Iχνηλάτες

Γνωριμία με τις κυριότερες φυλές κυνηγετικών σκύλων ιχνηλατών

Του Θανάση Κυριτσάκα

9.8.1. Ιστορικά στοιχεία
Οι ιχνηλάτες σκύλοι του ευρωπαϊκού χώρου έχουν δύο διαφορετικές γραμμές καταγωγής. Πρακτικά θα μπορούσε να διακρίνει κανείς αρχικά αφενός μεν τους μεγάλους και βαρείς ιχνηλάτες της Βόρειας Ευρώπης (τύπου Μαστίφ), αφετέρου δε τους ελαφρύτερους και πιο ευέλικτους ιχνηλάτες της νότιας Ευρώπης (τύπου Λεβριέ).
Βόρεια και κεντρική Ευρώπη:
Πριν το 500 π.χ. οι Κέλτες, που  κατοικούσαν κυρίως στη βόρεια Γερμανία, γρήγορα μετακινήθηκαν στην δυτική Ευρώπη και σ’ όλα τα Βρετανικά Νησιά, όπου έφεραν μαζί τους τα Μαστίφ. Ολα τα στοιχεία δείχνουν πως οι Κέλτες ήταν οι πρώτοι κυνηγοί, που χρησιμοποίησαν τα Μαστίφ στο κυνήγι με ιχνηλασία μυρωδιάς. Ο παλιός αυτός τύπος ιχνηλατών, τύπου Μαστίφ, αναπαράχθηκε και σπάρθηκε σ’ όλες τις περιοχές που ταξίδευαν οι Κέλτες. Ετσι αυτοί οι ιχνηλάτες τύπου Μαστίφ είναι οι πρόγονοι των περισσοτέρων σημερινών ιχνηλατών της βόρειας και κετρικής Ευρώπης, λ.χ. Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Βέλγιο.
Νότια Ευρώπη:
Παράλληλα στη νότια Ευρώπη (Ελλάδα, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία), δημιουργήθηκε άλλος τύπος ιχνηλατών μυρωδιάς. Αυτοί οι ιχνηλάτες με τα κρεμαστά αυτιά, δημιουργήθηκαν από το Αιγυπτιακό Λεβριέ, που έφεραν οι έμποροι Φοίνικες στις παραθαλάσσιες περιοχές της Μεσογείου και το οποίο διασταυρώθηκε με ντόπια σκυλιά των περιοχών αυτών. Στην Ελλάδα δημιουργήθηκε το Ελληνικό Λεβριέ, ο Ιχνηλάτης της Λακωνίας, ο ιχνηλάτης της Κρήτης και άλλοι ιχνηλάτες της εποχής του Ξενοφώντα, απ’ όπου προήρθε και ο Ελληνικός Ιχνηλάτης με διάφορες διασταυρώσεις στα χρόνια που πέρασαν. Στην Ισπανία δημιουργήθηκε κατ’ αρχήν ο Ιχνηλάτης  «Ιμπιζα» και στην Πορτογαλία το «Ποτένγκο», με μορφολογία περισσότερο Λεβριέ και τα δυο, όπου υπάρχουν μέχρι και σήμερα.
Κεντρική Ευρώπη:
Εδώ και ιδίως στη Γαλλία και την Ιταλία που δέχτηκαν σκυλιά τόσο από τους Κέλτες όσο και από τους Φοίνικες, έγιναν πολλές διασταυρώσεις του βόρειου (Μαστίφ) με το νότιο τύπο (Λεβριέ). Ειδικότερα στη Γαλλία δημιουργήθηκαν και ελαφρά σκυλιά που προέρχονται από διασταυρώσεις με τα Λεβριέ αλλά και τα βαριά σκυλιά που προέρχονται από διασταυρώσεις με τα Κέλτικα. Στην Ιταλία δημιουργήθηκε το Σεγκούτσιο, από διασταύρωση του Αιγυπτιακού Λεβριέ ή του Ελληνικού Λεβριέ με τους  Κέλτικους Ιχνηλάτες τύπου Μπράκ, που υπήρχε τότε εκεί.
Η πρώτη προγραμματισμένη ανάπτυξη και αναπαραγωγή ιχνηλατών, έγινε κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα από τους Βέλγους καλόγερους του μοναστηριού Σαιντ Υμπερ (Αγιος Ουμβέρτος), στις Αρδένες. Αυτοί οι καλόγεροι εκτρέφανε ιχνηλάτες που τους ονόμασαν Σαιντ Υμπερ, χρησιμοποιώντας αίματα Κέλτικων ιχνηλατών, που κατάγονταν από τη Γαλλία. Οι ιχνηλάτες St. Hubert είναι φημισμένοι για την μελωδική τους φωνή και την ασύγκριτη όσφρησή τους. Ετσι έγιναν πολύ γνωστοί σ’ όλη την Ευρώπη και αποτέλεσαν το σπόρο για πολλές άλλες ράτσες ιχνηλατών.
Πολλοί τύποι ιχνηλατών δημιουργήθηκαν για να κυνηγούν σε κοπάδια (αγέλες), με συνοδεία αλόγων. Επιλέγονταν όσα δεν ήταν καβγατζήδες. Ηταν απαραίτητο να είναι ήσυχα με τα άλλα σκυλιά, φιλικά και με καλή συμπεριφορά, βοηθώντας έτσι τους κυνηγούς να τα ελέγχουν σε κάθε περίπτωση. Συνήθως αυτά τα σκυλιά τα μάρκαραν στην πλάτη, με το σήμα του ιδιοκτήτη για να μπορούν να τα μετρούν και να τα ξεχωρίζουν στο τέλος του κυνηγιού. Ενα κοπάδι μπορεί να αποτελούνταν  από 100, 200, 500 και μερικές φορές από χιλιάδες σκυλιά.
Κάθε χώρα έχει αναπτύξει τις δικές της ράτσες ιχνηλατών, ακολουθώντας ένα γενικό τύπο, αλλά με πολλές ποικιλίες, αναλόγως με το θήραμα και τη μέθοδο έρευνας. Μερικές ράτσες έχουν λεπτό σώμα για να είναι γρήγορες και να κυνηγούν σε ορεινά μέρη, ενώ άλλες αναπτύχθηκαν με βαρύ σώμα για μεθοδικό ψάξιμο των χναριών των μεγάλων ζώων (αγριογούρουνο, ελάφι, ζαρκάδι). Μερικοί τύποι ιχνηλατών έχουν αναπτυχθεί με κοντά πόδια για πιο αργό ψάξιμο, ή με μακρύ και σκληρό τρίχωμα, για τις δύσκολες εδαφικές και  κλιματικές συνθήκες.
Η χώρα που με διασταυρώσεις ανέπτυξε πολλές ράτσες ιχνηλατών και θεωρείται η «μάνα των ιχνηλατών», είναι η Γαλλία. Οι ιχνηλάτες της Γαλλίας έχουν μέσα τους, αρμονικά δεμένα, τα βαριά και δυνατά στοιχεία του ιχνηλάτη των Κελτών και του Σαιντ Υμπερ και την ελαφράδα και χάρη των Λαγωνικών της Αιγύπτου. Αυτοί οι νέοι τύποι ιχνηλατών χρησιμοποιούνταν αρχικά σε πολυάριθμα κοπάδια για το κυνήγι μεγάλων ζώων και είναι γνωστοί με το όνομα Μεγάλοι Σκύλοι Ιχνηλάτες (Grand Chiens Courant). Ενα σημαντικό προτέρημα των Μεγάλων Σκύλων Ιχνηλατών, είναι η ικανότητά τους να ακολουθούν με μεγάλη ευκολία, τα χνάρια που άφηναν στο έδαφος τα βαριά ζώα που έχουν πόδια με οπλές, όπως το ελάφι, το αγριογούρουνο, το ζαρκάδι και μάλιστα μπορούσαν να ακολουθήσουν τα χνάρια ενός ζώου που πέρασε και μια μέρα ή δυο μέρες πριν. Αυτοί οι σκύλοι είναι οι λεγόμενοι ιχνηλάτες κρύου ντορού ή βημάτων (Tracking Hounds). Τα αποτυπώματα που αφήνουν τα νύχια των παραπάνω ζώων στο έδαφος, είναι έντονα και μένουν για πολλές μέρες σχεδόν αναλλοίωτα. Οσο περνούν οι ώρες και οι μέρες, η μυρωδιά που εκπέμπουν χάνεται σιγά σιγά, αλλά υπάρχει σ’ ένα βαθμό. Για τον παραπάνω λόγο αυτοί οι ιχνηλάτες δεν κλιάφιζαν  στον κρύο ντορό αμέσως, αλλά μόνο όταν μετά από πολλές εκατοντάδες μέτρα ή και χιλιόμετρα ακόμα έφταναν στο γιατάκι του ελαφιού, του αγριογούρουνου ή του ζαρκαδιού, όπου υπήρχαν εκεί γύρω φρέσκα ίχνη βημάτων ή μυρωδιάς. Ετσι όσα σημερινά σκυλιά προέρχονται απ’ αυτές τις ράτσες, έχουν κληρονομήσει το πλεονέκτημα να μη γαβγίζουν στον ντορό αμέσως.Αυτοί οι σκύλοι με την άριστη όσφρησή τους μπορούν να ακολουθήσουν  ένα τέτοιο ντορό, ακόμα και αν λ.χ. το αγριογούρουνο πέρασε πριν μια μέρα ή και παραπάνω. Οπως είναι ευνόητο πολύ πιο άνετα ακολουθούν και τη μυρωδιά φρέσκου ντορού.
Τα αποτυπώματα που αφήνει ο λαγός, η αλεπού και όλα τα ζώα που έχουν πατούσες, είναι ελαφρά, επιφανειακά και πολλές φορές δεν φαίνονται καθόλου στο σκληρό έδαφος. Η μυρωδιά που αφήνουν αυτά τα ζώα χάνεται μετά το μεσημέρι συνήθως και γι’ αυτό το λόγο τα κυνηγάμε τις πρωινές ώρες, όπου η ένταση της μυρωδιάς είναι πιο δυνατή. Οι σκύλοι που κυνηγάνε το λαγό ακολουθούν τη μυρωδιά που άφησε η πατούσα του και γι’ αυτό λέγονται και ιχνηλάτες μυρωδιάς ή φρέσκου ντορού. (Scent Hounds).
Όμως με τη γαλλική επανάσταση όλοι οι ευγενείς διώχτηκαν απ’ τη Γαλλία και μαζί μ’ αυτούς μετανάστευσαν και οι σκύλοι τους, οι οποίοι διασκορπίστηκαν προς την Αγγλία και τις άλλες χώρες, με αποτέλεσμα οι μεγάλοι αυτοί ιχνηλάτες να δώσουν τα αίματά τους σε ντόπια σκυλιά των χωρών που πήγαν και να έχουμε τις σημερινές ευρωπαϊκές ράτσες.  (Αγγλία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία). Μέχρι τότε, επειδή όλη η γη της Γαλλίας ανήκε στους φεουδάρχες , τους ευγενείς και τους βασιλιάδες, όλοι αυτοί απαγόρευαν στους απλούς πολίτες Γάλλους να έχουν καθαρόαιμα σκυλιά και να κυνηγούν τα μεγάλα θηράματα, ακόμα και το λαγό.  Μετά την επανάσταση οι πολίτες απέκτησαν όλα τους τα δικαιώματα και μπορούσαν να κυνηγούν ελεύθερα. Ηθελαν πλέον ένα σκύλο, που να κυνηγάει ακόμα και μόνος του, παρέα με τον κυνηγό, που έχει τουφέκι. Παράλληλα το ενδιαφέρον των απλών πολιτών – κυνηγών στράφηκε και στα μικρότερα θηράματα, όπως το λαγό και το αγριοκούνελο. Για το λόγο αυτό με ανάλογες εκτροφές και διαστατυρώσεις των μεγάλων ιχνηλατών, οι Γάλλοι δημιούργησαν το μεσαίο μέγεθος (μπρικέ) και το κοντό μέγεθος (μπασέ) ιχνηλατών σκύλων όπως αυτοί εμφανίζονται με τη σημερινή τους μορφή και την ανάλογη κατάταξη στα βιβλία καταγωγών της Διεθνούς Κυνολογικής Ομοσπονδίας (F.C.I. = Federation Cynologique Internationale).
Παρακάτω θα παρουσιάσουμε, από την τεράστια ποικιλία ιχνηλατών σκύλων που υπάρχουν σήμερα, μόνο ορισμένους αντιπροσωπευτικούς τύπους, με έμφαση στις ράτσες εκείνες που ενδέχεται να συναντήσει κανείς, με μεγαλύτερη ή μικρότερη συχνότητα, στη χώρα μας.

9.8.2. Ελληνικοί Ιχνηλάτες

9.8.2.1. Ελληνικός Ιχνηλάτης (Hellinikos Ichnilatis)

φωτ. ιστοσελιδα ΟΦΕΙ

Γενική εμφάνιση
–    Μέτριο μέγεθος, κοντό τρίχωμα, μαύρο και κόκκινο χρώμα, δυνατός και ρωμαλέος, ζωηρός και έξυπνος.
–    Κεφάλι μακρύ, με συνολικό μήκος τα 4,35/10 (τέσσερα και τριανταπέντε δέκατα) του ύψους στο ακρώμιο. Το πλάτος του κρανίου δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερο από το μισό του συνολικού μήκους του κεφαλιού και ο συνολικός κεφαλικός δείκτης να είναι μικρότερος από 50. Οι πάνω κρανιακές γραμμές και οι γραμμή της μουσούδας αποκλίνουν.
–    Το μήκος του κρανίου είναι ίσο ή λίγο μικρότερο από το μήκος της μουσούδας με σχήμα πλατύ. Η ινιακή προεξοχή είναι λεπτοκαμωμένη και φανερή. Μέτωπο σχεδόν πλατύ με μεσαίες αυλακώσεις όχι πολύ έντονες. Το τόξο των φρυδιών είναι ψηλά.
–    Μάτια χρώματος καφέ, με έξυπνη έκφραση. Κανονικό μέγεθος, χωρίς να είναι βαθιά τοποθετημένα ή να προεξέχουν.
–    Η μουσούδα του είναι ίσια ή λίγο κυρτή στα αρσενικά. Το μήκος της είναι ίσο ή λίγο μεγαλύτερο από το μήκος του κρανίου. Το stop δεν είναι πολύ φανερό. Η μύτη στη γραμμή της μουσούδας προεξέχει της κάθετης γραμμής του χείλους. Τα ρουθούνια είναι ανοιχτά όπως πρέπει.
–    Η μύτη του είναι κατά προτίμηση μαύρη ή καφέ-καστανή, τρίχωμα χωρίς μαύρο χρώμα.
–    Χείλη κανονικά, σχετικώς αναπτυγμένα.
–    Σαγόνια δυνατά με πολύ καλή εφαρμογή μεταξύ τους.
–    Αυτιά μεσαίου μεγέθους, σχεδόν το μισό μήκος του κεφαλιού, είναι τοποθετημένα ψηλά, πάνω από τα ζυγωματικά τόξα. Είναι επίπεδα, στρογγυλά στο άκρο τους και κρέμονται κάθετα.
–    Το μήκος του σώματος είναι  10% περισσότερο από το ύψος στο ακρώμιο. Η πάνω γραμμή του σώματος είναι ευθεία και κυρτώνει ελαφρά στα μπούτια. Η κάτω γραμμή αυξάνεται ελαφρά προς τα πάνω.
–    Τα ακρώμια αυξάνονται ελαφρά προς τα πάνω σε σχέση με τη γραμμή της πλάτης.
–    Πλευρά ελαφρά ανερχόμενα.
–    Οσφυς ελαφρά τοξοειδής, κοντή, δυνατή, μυώδης.
–    Λαιμός δυνατός, μυώδης, χωρίς προγούλι, κατεβαίνει αρμονικά προς τους ώμους. Το μήκος του είναι περίπου τα 6,5/10 του συνολικού μήκους του κεφαλιού.
–    Ώμοι χυτοί , μυώδεις, που συγκλίνουν στο θώρακα.
–    Θώρακας καλά αναπτυγμένος, βαθύς, έως το επίπεδο του αγκώνα.
–    Πλάτη μακριά και ίσια.
–    Κοιλιά ισχνή, λεπτοκαμωμένη και ανεβασμένη.
–    Καπούλια μακριά, πλατιά, μυώδη, ελαφρώς χυτά.
–    Μπροστινά άκρα ίσια από μπροστά και σε προφίλ, μυώδη και γερά.
–    Τα πίσω άκρα  πρέπει να είναι κάθετα από πίσω και σε προφίλ, μυώδη και γερά.
–    Βραχίονες λοξοί, μυώδης και γεροί.
–    Αντιβράχια ίσια, μακριά, καλά κόκαλα.
–    Κνήμη: Οι κλειδώσεις ισχνές, χωρίς να προεξέχουν. Το υποκνήμιο με επαρκές μήκος, δυνατό, σχεδόν ίσιο, ποτέ κοίλο.
–    Μηροί με μάκρος, δυνατοί, μυώδεις.
–    Κότσι: Η άρθρωση ισχνή, δυνατή, μέσο ύψος, κυρτή. Το κότσι ισχνό, δυνατό, ελαφρώς μακρύ, σχεδόν ίσιο, χωρίς παράνυχο.
–    Πόδια πλαγιαστά, μακριά, δυνατά.
–    Πέλματα στρογγυλά, συμπαγή. Δυνατά δάχτυλα, κλειστά, τοξοειδή. Δυνατά νύχια, κυρτά, μαύρα. Πατούσες μεγάλες, σκληρές, τραχείς.
–    Ουρά όχι μακριά, φτάνοντας μέχρι το κότσι, γυρισμένη ελαφρά προς τα πάνω. Παχιά στη ρίζα, η οποία λεπταίνει σταδιακά προς το άκρο της. Η κίνησή της είναι όπως το ξίφος του ξιφομάχου.
–    Τρίχωμα κοντό, πυκνό, λίγο σκληρό.  Το χρώμα είναι μαύρο και καφέ. Λίγο άσπρο επιτρέπεται στον θώρακα. Οι βλεννογόνες μεμβράνες πρέπει να φαίνονται, η μύτη και τα νύχια να είναι μαύρα.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 47-55 cm για το αρσενικό και 45-53 cm για το θηλυκό με ανοχή ± 2 cm. Το βάρος είναι περίπου 17-20 kg.
–    Θεωρείται ελάττωμα, οποιοδήποτε στοιχείο ξεφεύγει πολύ φανερά από τα standards, που περιγράφτηκαν παραπάνω.
Παράγοντες που επηρεάζουν σοβαρά τη γενική βαθμολογία:
1.    Μουσούδα κοντή και πλατιά.
2.    Αυτιά πολύ μακριά ή πολύ κοντά, μυτερά και γυριστά.
3.    Λαιμός πολύ κοντός, λεπτός ή πολύ χοντρός.
4.    Πάνω γραμμή κυρτή ή θολωτή.
5.    Κάτω γραμμή πολύ κάτω ή πολύ πάνω διαμορφωμένη.
6.    Λαγόνια επίπεδα, στενά.
7.    Γλουτοί κοντοί, στενοί, όχι χυτοί.
8.    Υποκνήμιο και κότσι πολύ κοντά ή πολύ μακριά, ισχνό, θολωτό.
9.    Πόδια λαγού.
10.    Ουρά μακριά, βαριά, γυριστή.

Κρίνονται ακατάλληλα τα σκυλιά που έχουν:
1.    Υψος στο ακρώμιο μεγαλύτερο ή μικρότερο από το standard που δόθηκε.
2.    Άλλο χρώμα απ’ αυτό που ορίστηκε στο standard για το τρίχωμα, τη μύτη, τα μάτια και τα νύχια.
3.    Ολικός αποχρωματισμός των βλεννογόνων μεμβρανών.
4.    Ρινική γέφυρα κοίλη, πολύ μυτερή μουσούδα.
5.    Πάνω σαγόνι μεγάλο ή προγναθισμός.
6.    Σύγκλιση των πάνω επιμηκών αξόνων του κρανίου και της ρινικής γέφυρας.
7.    Αυτιά ημιόρθια.
8.    Πόδια όχι κάθετα.
9.    Παράνυχα.
10.     Ουρά γυριστή.

ΚΛΙΜΑΚΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑΣ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ    ΒΑΘΜΟΙ
ΓΕΝΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ    20
ΚΕΦΑΛΙ (Κρανίο και Μουσούδα)    15
ΜΑΤΙΑ    5
ΑΥΤΙΑ    5
ΛΑΙΜΟΣ    5
ΣΩΜΑ    15
ΠΟΔΙΑ    20
ΟΥΡΑ    5
ΤΡΙΧΩΜΑ    10
ΣΥΝΟΛΟ    100

ΚΑΤΑΤΑΞΗ
•    ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ= όχι λιγότερο από 90 βαθμούς.
•    ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ= όχι λιγότερο από 80 βαθμούς.
•    ΚΑΛΟΣ= όχι λιγότερο από 70 βαθμούς.
•    ΕΠΑΡΚΗΣ-ΜΕΤΡΙΟΣ= όχι λιγότερο από 60 βαθμούς.
Ιστορικά στοιχεία
Ο Ελληνικός Ιχνηλάτης κατάγεται απ’ το «Αιγυπτιακό Λεβριέ», σκύλος με μεγάλη ταχύτητα, 60 km/h, που κυνηγούσε με το μάτι και έπιανε τα θηράματα. Αυτό το λαγωνικό το  έφεραν στην Ελλάδα οι Φοίνικες πριν 2000 χρόνια. Οι Ελληνες με διάφορες διασταυρώσεις δημιούργησαν το «Ελληνικό Λαγωνικό», το οποίο υπήρχε κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά και στην περίοδο της Αναγέννησης (14ος, 15ος αιώνας), όπου ήταν κοινό  στην Ελλάδα και την Νότιο-Κεντρική Ιταλία. Το «Ελληνικό Λαγωνικό», είναι επίσης και ο πρόγονος του «Σεγκούτσιο» της Ιταλίας όπως αναφέρεται και από τους Ιταλούς στο βιογραφικό του «Σεγκούτσιο»
Το «Ελληνικό Λαγωνικό» για να προσαρμοστεί στο νέο τρόπο κυνηγιού, ακολουθώντας τα χνάρια των τριχωτών θηραμάτων, δηλαδή μυρίζοντας το ντορό, διασταυρώθηκε όπως δείχνουν όλα τα στοιχεία που υπάρχουν, με τον «Μολοσσό της Ηπείρου», από τον οποίο πήρε το μαύρο-μπλε και κόκκινο χρώμα και δημιούργησε τον σημερινό «Ελληνικό Ιχνηλάτη», που ήταν σε μεγάλο αριθμό στην Ήπειρο και γενικά sth Β. Ελλάδα, από όπου διαδόθηκε στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή των Βαλκανίων (Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία, Αλβανία, Ρουμανία).
Το 1770, ο Γάλλος φυσιοδίφης Μπυφόν, κατέταξε τα σκυλιά της εποχής του σε τέσσερις κατηγορίες: τα Ντογκ (σκυλιά για φύλαξη κοπαδιών με βόδια), τα Τσοπανόσκυλα, τα Κυνηγετικά και τα Λεβριέ. Αναφέρει τον «Σκύλο της Αλβανίας», ένα λεβριέ που προέρχεται κατευθείαν από τον Μεγάλο Δανό και δεν έχει καμιά σχέση με τον Ελληνικό Ιχνηλάτη και άλλα δυο σκυλιά με όνομα «Τούρκος» και «Μικρός Τούρκος» στην κατηγορία των Ντογκ, που και αυτά δεν είναι κυνηγετικά και δεν έχουν καμιά σχέση με τον δικό μας Ιχνηλάτη. Μη ξεχνάμε πως αυτή την εποχή οι Τούρκοι ήταν ακόμα στην Ελλάδα, αν είχαν κάποιο ιχνηλάτη δικό τους θα τον ανέφερε ο Μπυφόν και εφ’ όσον δεν υπήρχε Ελληνικό κράτος λογικό είναι να μην αναφέρει τίποτα ελληνικό, με την Τούρκικη λογοκρισία που υπήρχε. Συμπεραίνουμε λοιπόν, πως ο «Ελληνικός Ιχνηλάτης» με τα γνωστά σωματικά και εξωτερικά χαρακτηριστικά και ιδιαίτερα με αυτά τα χρώματα, είναι το μόνο κυνηγετικό σκυλί που κυκλοφορούσε στην Ελλάδα και στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.
Όταν έφυγαν οι Τούρκοι πήραν μαζί τους «Ελληνικούς Ιχνηλάτες», που έδωσαν τα αίματά τους στα σημερινά τούρκικα λαγόσκυλα.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
–    Είναι ιχνηλάτης με πολύ  καλή αίσθηση του φρέσκου ντορού και με μεγάλη αντοχή. Πρόκειται για δραστήριο σκύλο που κυνηγά μόνος του ή με άλλα σκυλιά και ανταποκρίνεται με επιτυχία σ’ όλα τα εδάφη (πεδινά, ορεινά, πετρώδη).
–    Η φωνή του είναι αρμονική και αντηχητική.
–    Επειδή είναι σκληροτράχηλο σκυλί, εκπαιδεύεται δύσκολα στην υπακοή, γι’ αυτό χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή σ’ αυτόν τον τομέα, με μια πιο στενή σχέση αφεντικού και σκύλου από τη μικρή ηλικία με ιδιαίτερη μεταχείριση χωρίς βία.
Δυστυχώς ο γνήσιος «Ελληνικός Ιχνηλάτης», έχει υποστεί πολλές επιμιξίες με όλων των ειδών τα σκυλιά, κυνηγετικά και μη, με αποτέλεσμα στις μέρες μας να μην υπάρχουν πολλά καθαρόαιμα άτομα, με όλους τους κινδύνους και τις επιπτώσεις στην διατήρηση της ράτσας στα αρχικά ή αν θέλετε στα αρχέγονα πρότυπα, μορφολογικά και κυνηγετικά.

9.8.2.2. Κρητικός Ιχνηλάτης (Kriticos Ichnilatis)

Αρχείο:Kritikosichnilatis 1.jpg

(Κυνολογική μελέτη του Δρος ΣΤ. Δ. ΜΠΑΣΟΥΡΑΚΟΥ , που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΚΥΝΗΓΙ & ΣΚΟΠΟΒΟΛΗ» το 1995).

Περιγραφή του Εθνικού τύπου
Θέση στην επιστημονική ταξινόμηση
Σκύλος που ανήκει στη λαγωνική (γραιοειδή) ομάδα και ειδικά στον λαγωνικοειδή τύπο
Θέση στην ωφελιμιστική ταξινόμηση:Κυνηγετικός σκύλος δίωξης.
Καταγωγή
Γνήσια ελληνική. Γενέτειρά του η Κρήτη, όπου ζει επί 4000 χρόνια. Είναι η αρχαιότερη κυνηγετική φυλή της Ευρώπης.
Γενικά χαρακτηριστικά της φυλής
Γενική εμφάνιση και προσόντα
Σκύλος λαγωνικοειδούς τύπου, υποδολιχόμορφος (μακροκέφαλος), λυγερός, αλλά με ισχυρή διάπλαση, βραχύτριχος, ορθόωτος (με αυτιά όρθια), με ουρά κατά προτίμηση τυλιγμένη σαν δαχτυλίδι πάνω στα νώτα ή ημικύκλια και ανασηκωμένη.
Ζωηρός σκύλος, έξυπνος, προσεκτικός, ευκίνητος και ευλύγιστος, με πολύ λεπτή όσφρηση και μεγάλη αντοχή, εργάζεται δραστήρια και με επιμέλεια στο κυνήγι του λαγού και του αγριοκούνελου, συνήθως μόνος ή σε ζευγάρι και είναι κατάλληλος σε όλα τα εδάφη, ακόμα και στα πιο βραχώδη, τραχιά και δύσβατα. Η δίωξη είναι πολύ γρήγορη αλλά όχι διαρκής. Η φωνή του όχι δυνατή, ακούγεται κυρίως στην εφόρμησή του για το ξεφώλιασμα του λαγού.
–    Το ύψος στο ακρώμιο για τ’ αρσενικά είναι 52-60 εκ. και στα θηλυκά από 50-58 εκ. Το βάρος από 15-19 κιλά.
–    Δέρμα λεπτό, ελαφρώς σκληρό, καλά «δεμένο» στο σώμα, χωρίς ρυτίδες στο κεφάλι και χωρίς προγούλι. Το χρώμα του δέρματος είναι ανάλογο με το χρώμα του τριχώματος. Το χρώμα της μύτης, των χειλιών και των άκρων των βλεφάρων είναι μαύρο.
–    Τρίχωμα υαλώδους υφής, δασύ, «δεμένο» καλά στο δέρμα, κοντό στο κεφάλι, στα αυτιά, πλάγια του κορμού, σκέλη. Ημίμακρο στο λαιμό, πάνω τμήμα του κορμού, πίσω επιφάνεια των μηρών και της ουράς. Το ημίμακρο τρίχωμα είναι ίσιο και ποτέ κατσαρό και κυματοειδές.
–    Χρώμα
1.    Απλά χρώματα
•    Κάτασπρο: όλο άσπρο, χωρίς μικρές κηλίδες ή αποχρώσεις άλλου χρώματος, που προτιμάται.
•    Ασπρο: λερωμένο άσπρο με ελαφριά υπόξανθη απόχρωση συνήθως στ’ αυτιά, πάνω τμήμα του λαιμού, ράχη, πάνω επιφάνεια της ουράς και ελάχιστα στα σκέλη.
•    Κατάμαυρο: όλο μαύρο με ή χωρίς άσπρη μικρή κηλίδα στο στήθος, που προτιμάται.
•    Μαύρο: μαύρο με μικρές άσπρες κηλίδες στο στήθος, ακροπόδια και στην άκρη της ουράς.
•    Υπόξανθο: με μαύρο ή όχι ρύγχος (πρόσωπο), με τις αποχρώσεις του – από το χρώμα του άχυρου έως το χρώμα της δορκάδας – με ή χωρίς μικρή άσπρη κηλίδα στο στήθος (προτιμότερο άσπρες κηλίδες).
•    Υπόξανθο: με τις αποχρώσεις του– από το χρώμα του άχυρου έως το χρώμα της δορκάδας – με μερικές κηλίδες στο ρύγχος, στήθος, άκρα των σκελών, άκρη της ουράς.
•    Καστανόξανθο
2.    Σύνθετα χρώματα.
•    Ασπρο-μαύρο, άσπρο-υπόξανθο, καστανόξανθο, ραβδωτό (υπόξανθο με μαύρες ραβδώσεις)
•    Μαύρο-κοκκινωπό: δηλαδή η βάση του τριχώματος είναι μαύρη με μεγάλες κοκκινωπές κηλίδες κυρίως στο στήθος, ρύγχος, σχεδόν απ’ το αντιβράχιο και την κνήμη έως και τα ακροπόδια, στο περίνεο και δυο μικρές πάνω απ’ τα μάτια (σκοτεινές, «γαζίες»).
–    Κεφάλι μακρύ (δολιχοκεφαλία) σε σχήμα κώνου. Το συνολικό μήκος φτάνει το 39% του ύψους στο ακρώμιο. Το μήκος του κρανίου είναι μεγαλύτερο απ’ το μήκος του ρύγχους και αντιστοιχεί κατά 54,5% προς το συνολικό μήκος του κεφαλιού, ενώ το ρύγχος αντιστοιχεί στο 45,5%. Το διζυγωματικό πλάτος του κρανίου είναι το 47,5% και πρέπει να είναι μικρότερο από το μισό του συνολικού μήκους του κεφαλιού, δηλαδή ο συνολικός κεφαλικός δείκτης να είναι κάτω του 50. Οι πάνω επιμήκεις γραμμές του κρανίου και του ρύγχους είναι ελαφρώς αποκλίνουσες, δηλαδή σχεδόν παράλληλες.
–    Κρανίο στρογγυλοειδές στο σύνολό του, αρκετά πλατύ στην πάνω επιφάνεια και ελαφρά συμπιεσμένο στα πλάγια. Το μήκος του είναι μεγαλύτερο απ’ το μήκος του ρύγχους, όπως περιγράφτηκε παραπάνω. Ινιακή απόφυση («κόκαλο») λίγο φανερή, μέτωπο πλατύ, μετωπικοί κόλποι λίγο αναπτυγμένοι, τόξα φρυδιών λίγο αναπτυγμένα, μετωπική ραφή λίγο φανερή.
–    Μάτια κανονικού μεγέθους, τοποθετημένα λοξά ώστε η γραμμή που ενώνει την εσωτερική και εξωτερική γωνία τους, να μην είναι οριζόντια και να σχηματίζει ορθή γωνία, αλλά οξεία γωνία με την κάθετη πάνω επιμήκη κρανιοπροσωπική γραμμή. Ίριδα βαθύχρωμη, με ζωηρή, ενεργητική και έξυπνη έκφραση. Άκρα βλεφάρων μαύρα.
–    Αυτιά μετρίου μεγέθους, τριγωνικού σχήματος, όρθια, χωρίς πτυχές, ανοιχτά προς τα μπρος, με άκρη στενή και γωνιώδη και όχι πλατιά και στρογγυλή. Το μήκος τους φτάνει έως το μήκος του ρύγχους, αλλά είναι ανεκτό έως το μισό του μήκους του κεφαλιού. Προτιμώνται τα μικρότερα γιατί είναι πιο σκληρά και όρθια. Είναι ευκίνητα – δείχνοντας έτσι ζωηράδα, σβελτάδα και ετοιμότητα- και στρέφονται εύκολα προς τα πλάγια και πίσω. Είναι προσκολλημένα σε πλατιά βάση, αρκετά ψηλά, πολύ πάνω απ’ τα ζυγωματικά τόξα. Οι μύες των πρέπει να είναι δυνατοί, η βάση πλατιά, ο χόνδρος αρκετά σκληρός και χοντρός, έτσι ώστε τα πτερύγια να είναι όρθια και ευκίνητα.
–    Μουσούδα (ρύγχος)  σχήματος κωνικού, μυτερή γιατί οι πλάγιες πλευρές είναι συγκλίνουσες. Το μήκος της είναι μικρότερο απ’ το μήκος του κρανίου, όπως περιγράφτηκε παραπάνω. Η πάνω επιφάνεια είναι ίσια. Ρινο-μετωπικό κοίλωμα χωρίς βάθος.
–    Μύτη (ακρορρίνιο) πάνω στη γραμμή του ρύγχους, αρκετά μεγάλη, εξέχει απ’ την μπροστινή κάθετη γραμμή των χειλιών. Χρώμα μαύρο χωρίς κηλίδες. Ρουθούνια καλά ανοιγμένα.
–    Σαγόνια δυνατά, οδοντοστοιχίες με τέλεια επαφή μεταξύ τους σαν λαβίδα. Το οστό του κάτω σαγονιού είναι πιο μικρό σε μέγεθος απ’ το πάνω. Δόντια δυνατά και άσπρα.
–    Χείλη λεπτά, εφαρμοσμένα καλά, χωρίς να εξέχουν, η δε μπροστινή γραμμή τους βρίσκεται πίσω απ’ την μπροστινή γραμμή της μύτης. Η στοματική σχισμή είναι βαθιά και η συναφή των χειλιών λίγο φανερή. Το χρώμα των χειλιών είναι μαύρο.
–    Λαιμός εύρωστος, μυώδης, αλλά στεγνός, ελαφρώς τοξοειδής, χωρίς προγούλι, κατέρχεται και συνδέεται αρμονικά με τον κορμό. Το μήκος του είναι περίπου ίσο με το μήκος του κεφαλιού.
–    Κορμός λυγερός, αλλά δυνατός. Το μήκος του είναι κατά 3-5% μικρότερο απ’ το ύψος στο ακρώμιο. Προτιμάται το ίσο μέγεθος έτσι ώστε ο κορμός να είναι τετράγωνος. Η πάνω γραμμή είναι ίσια και ελαφρώς κυρτή στη μέση. Η κάτω γραμμή κατέρχεται στο στέρνο έως τον αγκώνα και ανέρχεται αρκετά ψηλά στην κοιλιά και στα λαγόνια.
–    Το ακρώμιο εξέχει λίγο απ’ τη γραμμή της ράχης. Οι άκρες των ωμοπλατών είναι καλά ενωμένες μεταξύ τους.
–    Η θωρακική κοιλότητα πρέπει να είναι καλά αναπτυγμένη σε ύψος και σε μήκος, αλλά όχι πολύ σε πλάτος ( όχι βαρελοειδής θώρακας), έτσι ώστε να υπάρχει αρκετός χώρος για την κανονική ανάπτυξη και λειτουργία των πνευμόνων και της καρδιάς. Το μήκος του θώρακα είναι το 58% του ύψους στο ακρώμιο και η περίμετρός του είναι 115%. Τα πλευρά λίγο κυκλωτά με πλατιά  μεσοπλεύρια διαστήματα.
–    Στήθος στενό, αλλά καλά αναπτυγμένο και βαθύ. Το στέρνο κατεβαίνει έως τον αγκώνα, αλλά όχι πέρα απ΄αυτόν.
–    Ράχη σχετικά μακριά, ίσια, δυνατή.
–    Οσφύς (μέση) κοντή, ελαφρώς κυρτή, μυώδης και δυνατή.
–    Νώτα (καπούλια) ρωμαλέα, επίπεδα, με κλίση προς τα κάτω. Το μήκος τους αντιστοιχεί στο 30,5% του ύψους στο ακρώμιο.
–    Κοιλιά που ξεκινώντας απ’ το πίσω μέρος του στέρνου, ανεβαίνει αρκετά ψηλά, δηλαδή είναι λαγωνικοειδής, όπως στα λεβριέ (λαγωνικά).
–    Λαγόνια κοντά και ίσα σε μήκος με τη μέση, το δε λαγόνιο κοίλωμα είναι λίγο ή πολύ έντονο ανάλογα με την ηλικία και τη διατροφή του σκύλου.
–    Ουρά κοντή, η άκρη της δεν φτάνει το κότσι. Προσκολλημένη χαμηλά, είναι χοντρή στη βάση και λεπταίνει βαθμιαία προς την άκρη. Στέκεται ψηλά, περιτυλιγμένη σαν δαχτυλίδι (προτιμάται) πάνω στα νώτα ή είναι ημικύκλια και σηκωμένη. Το μήκος της είναι περίπου το 53% του ύψους στο ακρώμιο.
–    Τα μπροστινά σκέλη έχουν καλή ευστάθεια όταν τα βλέπουμε από μπροστά και πλάγια. Αρκετά μυώδη, νευρώδη και δυνατά.
–    Ωμοπλάτη μακριά, το μήκος της φτάνει το 32,5% του ύψους στο ακρώμιο. Είναι λοξή από πάνω προς τα κάτω και από πίσω προς τα μπρος, με δυνατούς διαχωρισμένους μυς, καλά προσκολλημένη στον θώρακα και ελεύθερη στις κινήσεις της.
–    Βραχίονας το μήκος του φτάνει το 25,3% του ύψους στο ακρώμιο. Είναι ελαφρά λοξός-προς τα κάτω και πίσω- με ισχυρό οστό και δυνατούς και φανερούς μυς. Το κάτω 1/3 του μήκους του είναι ελεύθερο απ’ τον κορμό.
–    Αντιβράχιο ίσιο, νευρώδες, δυνατό και αρκετά μακρύ. Το μήκος του φτάνει το 32,5% του ύψους στο ακρώμιο, δηλαδή ίσο με το μήκος της ωμοπλάτης.
–    Καρπός ισχνός, δεν εξέχει απ’ την κάθετη γραμμή του αντιβραχίου.
–    Ο αγκώνας βρίσκεται στην ίδια κάθετη γραμμή του αντιβραχίου και δεν πρέπει να στρέφεται προς τα μέσα ή προς τα έξω. Το μήκος του σκέλους απ’ το έδαφος στον αγκώνα, φτάνει το 50,5% του ύψους στο ακρώμιο.
–    Μετακάρπιο μακρύ, στεγνό και δυνατό.
–    Ακροπόδια στρογγυλά σαν της γάτας, δάχτυλα συμπαγή, δυνατά, κυρτά και καλά ενωμένα. Νύχια δυνατά και γαμψά. Πέλματα στεγνά και σκληρά.
–    Τα πίσω σκέλη έχουν καλή ευστάθεια όταν τα βλέπουμε από μπροστά και πλάγια. Αρκετά μυώδη και δυνατά.
–    Μηρός μακρύς με μήκος που φτάνει το 32,5% του ύψους στο ακρώμιο. Είναι πλατύς και μυώδης, αλλά όχι  ογκώδης. Δυνατός, τοποθετημένος λοξά από πάνω προς τα κάτω και από πίσω προς τα μπρος.
–    Κνήμη μακριά με μήκος που φτάνει το 31,5% περίπου του ύψους στο ακρώμιο. Εχει ελαφρό και δυνατό σκελετό και είναι πλατιά και ισχνή στο κάτω μέρος. Η κλίση της δεν είναι πολύ λοξή κι επομένως η γωνία του ταρσού είναι αρκετά ανοιχτή. Το αυλάκι της κνήμης είναι έντονο και φανερό και η σαφηνής φλέβα ευδιάκριτη.
–    Ταρσός στεγνός και δυνατός, δεν πρέπει να στρέφεται προς τα μέσα ή προς τα έξω. Οι πλάγιες επιφάνειες είναι πλατιές, το δε κότσι σε ευστάθεια με τα σκέλη, δεν πρέπει να ξεπερνά την πίσω κάθετη γραμμή των γλουτών, κατευθυνόμενη προς το έδαφος. Το μήκος του ταρσού απ’ το πέλμα έως το ακροτάρσιο είναι γύρω στο 27% του ύψους στο ακρώμιο.
–    Μετατάρσιο δυνατό, στεγνό, αρκετά μακρύ, σχεδόν όρθιο, χωρίς παράνυχο. Η πίσω γραμμή του, ακολουθώντας τη γραμμή του ακροτάρσιου, πρέπει να βρίσκεται στην επέκταση της κάθετης γραμμής των γλουτών.
–    Ακροπόδια όπως στα μπροστινά σκέλη.
–    Ο βηματισμός του είναι συνήθως πηδητικός τροχασμός. Στην ιχνηλασία είναι ζωηρός και γρήγορος τροχασμός που εναλλάσσεται με σύντομο καλπασμό. Στη δίωξη καλπάζει γρήγορα  αλλά με μικρή διάρκειας.
Σωματομετρήσεις
Με βάση τις αναφερόμενες μετρήσεις και αναλογίες, σ’ ένα Κρητικό Ιχνηλάτη ύψους 56,5 εκ., οι διαστάσεις του σε αριθμούς θα είναι:
•    Κεφάλι 22 εκ.,  κρανίο 12 εκ., μουσούδα 10 εκ., (προτιμότερο το κρανίο και η μουσούδα να είναι ίσου μήκους, δηλαδή 11 και 11 εκ.), διζυγωματικό πλάτος 10,5 εκ., αυτί 10 εκ. Κεφαλικός δείκτης 47,5
•    Λαιμός 21-22 εκ., κορμός 53.7-54,8 εκ. (προτιμότερο ο κορμός να είναι τετράγωνος)
•    Θώρακας σε μήκος ή βάθος 33 εκ., περίμετρος θώρακα 65 εκ. Θωρακικός ή σωματικός δείκτης  7,5.
Ιστορικά στοιχεία
Ο Κρητικός Ιχνηλάτης είναι η αρχαιότερη απ’ όλες τις κυνηγετικές ράτσες στην Ευρώπη, υπάρχει εδώ και 4000 χρόνια. Κατάγεται απ’ τους λαγωνικούς σκύλους, που έφεραν απ’ την Αίγυπτο οι έμποροι της Κρήτης και οι Φοίνικες από το 2000 π. Χ.
Εκτός από τους μεγαλόσωμους λαγωνικούς σκύλους, στην Αίγυπτο υπήρχε και μια άλλη κυνηγετική ράτσα –  οι αρχαιολόγοι τα σκυλιά αυτά τα ονόμασαν «Σκύλοι του Χέοπα»-
πιο μικρόσωμη, με όρθια αυτιά, κουλουριασμένη ουρά και ρυτίδες στο πρόσωπο, που έμοιαζε με τον σημερινό αφρικανικό σκύλο Μπαζέντζι, με τον οποίο ο Κρητικός Ιχνηλάτης έχει κοινά σημεία, όπως μυτερό ρύγχος, μαύρη μύτη, παρόμοια σκέλη, όρθια αυτιά, κουλουριαστή ουρά και γενική μορφολογική εμφάνιση.
Επειδή το έδαφος της Κρήτης είναι ορεινό και δύσκολο, με πολλά βράχια και γκρεμούς, δεν ήταν κατάλληλο για τους μεγαλόσωμους λαγωνικούς σκύλους και όπως όλα τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν, οι έμποροι έφερναν περισσότερο τη μικρόσωμη ράτσα, δηλαδή τα «Σκυλιά του Χέοπα» ή Μπαζέντζι από την οποία προέρχεται κατ’ ευθείαν ο Κρητικός Ιχνηλάτης . Η ράτσα αυτή, λόγω της απομόνωσης στα ορεινά εδάφη της ενδοχώρας της Κρήτης, διατήρησε επί αιώνες σχεδόν τον αρχικό λαγωνικό τύπο.
Από τ’ αρχαία ελληνικά κείμενα, λίγα πράγματα αναφέρονται για τον Κρητικό Ιχνηλάτη και μάλιστα στον «Κυνηγετικό» του Ξενοφώντα, όπου αναφέρεται η ράτσα, αλλά όμως υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα, που μαρτυρούν την ύπαρξη και την επιβίωση του κρητικού κυνηγόσκυλου, απ’ τη μινωική  μέχρι την ελληνο-ρωμαϊκή εποχή.
Το πανάρχαιο αγαλματίδιο του Κρητικού σκύλου – που βρίσκεται στο μουσείο του Ηρακλείου –  με όρθια αυτιά και κουλουριαστή ουρά , που μοιάζει με τον σημερινό Κρητικό Ιχνηλάτη, είναι μια μαρτυρία αναμφισβήτητη, καθώς επίσης και άλλα ευρήματα της Μινωικής εποχής με παραστάσεις του Κρητικού σκύλου.  Στη συνέχεια τα στοιχεία λιγοστεύουν και ξαναγίνεται λόγος τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας, όταν έφτασαν στην Κρήτη οι διάφοροι δυτικοευρωπαίοι περιηγητές, που στις ταξιδιωτικές τους εντυπώσεις και πληροφορίες, έδιναν και διάφορες πληροφορίες για το κρητικό σκυλί.
Ενας από τους πρώτους περιηγητές που πήγε στην Κρήτη το 1701, ήταν ο Γάλλος Πιττόν ντε Τουρνεφορ (Pitton de Tournefort), καθηγητής της Βοτανικής, διδάκτωρ της Ιατρικής, μέλος της Ακαδημίας των Επιστημών, ο οποίος στο έργο του «Αναφορά ενός ταξιδιού στην Ανατολή», κάνει λόγο για τον Κρητικό Ιχνηλάτη. Ένας άλλος Γάλλος περιηγητής, ο Σονινί (Sonini), επισκέφτηκε την Κρήτη το 1778 και στις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις, που δημοσιεύτηκαν το 1801 με τίτλο «Ταξίδι στην Ελλάδα και την Τουρκία», αναφέρει για τα κρητικά σκυλιά. Το 1834 επισκέφτηκε την Κρήτη ο Άγγλος περιηγητής Πάσλεϋ (Pashley), ο οποίος στο βιβλίο του «Ταξίδια στην Κρήτη», μεταξύ των άλλων πληροφοριών γράφει και για τα κρητικά σκυλιά. Τις ίδιες πληροφορίες για τον Κρητικό Ιχνηλάτη, αναφέρει το 1845 ο φυσιοδίφης Β. Ρωλέν (V. Raulin) στο αξιόλογο έργο του «Φυσική περιγραφή της νήσου Κρήτης» (Description Physique de l’ ile de Crete), Παρίσι 1869.
Το 1933 ο αρχαιολόγος και έφορος αρχαιοτήτων Ηρακλείου Σπ. Μαρινάκης, μανιώδης κυνηγός και κυνόφιλος, δημοσίευσε στα «Κυνηγετικά Νέα» ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο «Αι περίφημοι κρητικαί κύνες της αρχαιότητος». Είχε προτείνει να ιδρυθεί και σωματείο για την προστασία και ανάπτυξη του Κρητικού Ιχνηλάτη, αλλά δεν ενδιαφέρθηκαν οι κυνηγοί της Κρήτης.
Την άνοιξη του 1994 σημειώθηκε μεγάλο ενδιαφέρον για τον Κρητικό Ιχνηλάτη,  από ιδιοκτήτες ομοιόμορφων σκύλων και κυνόφιλους, οι οποίοι  απευθύνθηκαν στον Δρα Στ. Μπασουράκο για τη μελέτη της ράτσας και την κατάρτιση ενιαίου προτύπου. Συγκεντρώθηκε πολύ υλικό και το Σεπτέμβριο του 1994 πήγε ο κ. Στ. Μπασουράκος στην Κρήτη για την ακριβή εξέταση – μελέτη των ομοιογενών κρητικών ιχνηλατών.  Έγινε μορφολογική εξέταση και σωματομέτρηση δεκάδων κρητικών ιχνηλατών, που είχαν συγκεντρωθεί απ’ όλες τις περιοχές της Κρήτης, στην Ιεράπετρα.
Ο Δρ Στ. Μπασουράκος κατάρτισε τον εθνικό μορφολογικό τύπο (standard) του Κρητικού Ιχνηλάτη και στη συνέχεια γράφτηκαν στο Ελληνικό Βιβλίο Αναγνωρισμένων (ΕΒΑ) μερικοί κρητικοί ιχνηλάτες που ανταποκρίνονταν στον τύπο της φυλής. Σήμερα ο Κρητικός Ιχνηλάτης  έχει αναγνωριστεί  από τον Κυνολογικό Όμιλο Ελλάδας (ΚΟΕ) –  ο ΟΦΚΙ είναι μέλος του – υποχρέωση του οποίου είναι η ολοκλήρωση των απαραίτητων διαδικασιών για την παραπέρα αναγνώριση από την Διεθνή Κυνολογική Ομοσπονδία – Federation Cynologique Internationale (FCI) – για να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί η γνήσια αυτή ελληνική  ράτσα με καθαροαιμία πλέον.

9.8.3. Σέρβικοι ιχνηλάτες

9.8.3.1. Βαλκανικός Ιχνηλάτης (Balkanski Gonic)

Γενική εμφάνιση
–    «Ιχνηλάτης φρέσκου ντορού».
–    Μεσαίου ύψους σκύλος, δυνατός και ρωμαλέος.
–    Κεφάλι σχετικά μακρύ και φαρδύ. Η ινιακή προεξοχή είναι φανερή όταν το βλέπουμε σε προφίλ. Μέτριο stop, ρινική γέφυρα ίσια. Βλέποντας το κεφάλι από πάνω, έχει μεσαίο πλάτος, που στενεύει προς τη μύτη.
–    Ουρά παχιά στη ρίζα, η οποία λεπταίνει σταδιακά προς το άκρο της. Το μήκος φτάνει μέχρι το κότσι και λίγο παραπάνω.
–    Το τρίχωμά του είναι κοντό και πυκνό. Το  χρώμα μαύρο (όχι καθαρό μαύρο, αλλά με κλίση προς το μαύρο-καφέ, μαύρο-γκρίζο, σκούρο) και κόκκινο. Το μαύρο κυρίως σχηματίζει σαμάρι και εκτείνεται στα μάγουλα, στ’ αυτιά, στο κρανίο.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 46-56 cm για το αρσενικό. Για το θηλυκό λιγότερο κατά 2-3 cm. Το βάρος είναι  18-20 kg.
Κυνηγετκά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
–    Πολύ καλός ιχνηλάτης, ανθεκτικός, δραστήριος και δυνατός.
–    Σκληροτράχηλος, θέλει αυστηρότητα και επιμονή στην εκπαίδευση, πολύ καλός σ’ όλα τα εδάφη, με καλή καταδίωξη.
–    Κυνηγάει λαγό και μεγάλα θηράματα (αγριογούρουνο, ελάφι, ζαρκάδι).

9.8.3.2. Γιουγκοσλάβικος Τρίχρωμος Ιχνηλάτης (Jugoslavevski Trobojni Gonic)

Γενική εμφάνιση
–    Ιχνηλάτης κρύου και φρέσκου ντορού. Όμορφος με ωραία έντονα χρώματα, μεσαίου ύψους σκύλος, δυνατός και ανθεκτικός.
–    Κεφάλι μακρύ. Η ινιακή προεξοχή είναι φανερή όταν το βλέπουμε σε προφίλ. Μέτριο stop, ρινική γέφυρα κυρτή. Βλέποντας το κεφάλι από πάνω, έχει μεσαίο πλάτος, που στενεύει προς τη μύτη. Το μήκος του κεφαλιού είναι 20-24 cm.
–     Τρίχωμα κοντό και πυκνό, με υποτρίχωμα. Τρίχρωμος ως εξής: μαύρο, κόκκινο και άσπρο στο λαιμό, στα πόδια και στη γραμμή του κεφαλιού απ’ τη μύτη μέχρι πίσω στον σβέρκο. Το μαύρο συνήθως έχει σχήμα σαμαριού μέχρι το ακρώμιο και λίγο μεταξύ ματιού και βάσης αυτιού, ενώ το κόκκινο υπάρχει στα υπόλοιπα μέρη του σώματος.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 45-55 cm για το αρσενικό. Για το θηλυκό λιγότερο κατά 2-3 cm. Το βάρος γύρω στα 20 kg.
Ιστορικά στοιχεία
Είναι αποτέλεσμα της διασταύρωσης του Ιχνηλάτη Ποσάβα με τον Βαλκανικό και με αίματα του Ορεινού Ιχνηλάτη. Η ράτσα σταθεροποιήθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια περίπου.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
–    Πολύ καλός Ιχνηλάτης, ανθεκτικός, δραστήριος και δυνατός. Κυνηγάει σ’ όλα τα εδάφη, με επιμονή και μεγάλη καταδίωξη. Κυνηγάει το ίδιο καλά λαγό και μεγάλα θηράματα (αγριογούρουνο, ελάφι, ζαρκάδι),

9.8.4. Βουλγάρικοι ιχνηλάτες

Η Βουλγαρία είναι η μοναδική χώρα της Ευρώπης, που δεν έχει αναγνωρίσει ακόμα επίσημα τις ράτσες των ιχνηλατών της στα βιβλία καταγραφής της Διεθνούς Κυνολογικής Ομοσπονδίας (F.C.I.),που εδρεύει στο Βέλγιο, αν και είναι μέλος αυτής. Η κύρια αιτία είναι ότι οι ράτσες που υπάρχουν στη Βουλγαρία, δεν έχουν σταθεροποιηθεί ακόμα, από άποψη καθαροαιμίας και μορφολογίας και όπως είναι φυσικό η Ομοσπονδία έχει επιφυλάξεις προς το παρόν, για την επίσημη αναγνώρισή τους.
Σήμερα στη Βουλγαρία υπάρχουν τρεις ράτσες ιχνηλατών:
Λουντογκόρσκο  (Τρελό Βουνό)
Μπαλκάν Βουλαγαρίας
Μπαράκ Βουλγαρίας (Γκριφόν)
Το Μπάλκαν και το Μπαράκ έχουν το ίδιο όνομα με τα αντίστοιχα σκυλιά της Γιουγκοσλαβίας, τα οποία είναι όμως επίσημα αναγνωρισμένα και καταγραμμένα στην F.C.I. με όνομα «Βαλκανικός Ιχνηλάτης» και «Βοσνιακός Σκληρότριχος Ιχνηλάτης-Μπαράκ». Το Λουντογκόρσκο είναι ο πιο παλιός Ιχνηλάτης από τους άλλους δυο, υπάρχει από το 1800 και αναπτύχθηκε κυρίως στην περιοχή των βουνών «Λουντογκόρσκο», που σημαίνει «τρελό βουνό» και είναι τρεις οροσειρές στο Β.Α. τμήμα της Βουλγαρίας.
•    Το Μπάλκαν είναι ο «Βαλκανικός Ιχνηλάτης» της Γιουγκοσλαβίας, που εκτρέφουν οι Βούλγαροι στη χώρα τους.
•    Το Μπαράκ είναι το Τούρκικο Γκριφόν, που διασταύρωσαν και με το Μπαράκ της Βοσνίας.
•    Το Λουντογκόρσκο, είναι θεωρητικά ένας τρίχρωμος Ιχνηλάτης, με αίματα Τούρκικων και Γιουγκοσλάβικων σκύλων.

9.8.4.1. Λουντογκόρσκο

–    Ύψος 48-58 cm για τα αρσενικά και 2-3 cm λιγότερο για τα θηλυκά
–    Βάρος 25-30 kg
–    Τρίχωμα οντό, μαλακό και πυκνό
–    Σχεδόν τρίχρωμο. Μαύρο με κόκκινο στην κοιλιά, κεφάλι, στήθος, πόδια και στην άκρη της ουράς. Άσπρο στο κεφάλι, στέρνο και στις άκρες των ποδιών.
–    Κεφάλι μετρίου μεγέθους, λίγο μακρουλό. Το μήκος του κρανίου περίπου ίδιο με το μήκος της μουσούδας. Ελαφρό stop. Μύτη μαύρη, ρουθούνια φαρδιά, χείλη ελαφρώς κρεμαστά. Μάτια αμυγδαλωτά, μαύρα ή σκούρα καφέ.
–    Αυτιά μέτρια σε μέγεθος, επίπεδα, τριγωνικά με λείο τρίχωμα
–    Σώμα σε σχήμα παραλληλόγραμμου. Λαιμός μακρύς και στρογγυλός. Πλάτη ίσια και φαρδιά. Στήθος αναπτυγμένο καλά, κατεβαίνει μέχρι τους αγκώνες. Στέρνο προεξέχον, θώρακας φαρδύς, με λοξά πλευρά. Λαγόνια συμπαγή,  η κοιλιά ανεβαίνει απότομα. Ωμοπλάτες επιμήκεις και μυώδεις.
–    Ουρά μακριά με λίγη κλίση προς τα πάνω  στην άκρη της. Στο μήκος φτάνει μέχρι το κότσι. Έχει λεία τρίχα, χοντρή στη ρίζα, λεπταίνει προς την άκρη. Στην καταδίωξη την κρατάει στη γραμμή της ράχης σαν σπαθί, στον ντορό την κουνάει δεξιά-αριστερά.
–    Πόδια μακριά, κάθετα. Ισχνά αλλά πολύ δυνατά και μυώδη. Πόδια σε σχήμα οβάλ, σφιχτά δάχτυλα, νύχια σκληρά και μαύρα.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
Πολύ καλή μύτη, μεγάλη επιμονή στο ντορό, γρήγορο ξεφώλιασμα. Στο φρέσκο ντορό γαβγίζει αραιά. Μεγάλη αντοχή, ταχύτητα και καταδίωξη. Αντέχει στις πιο δύσκολες χειμωνιάτικες συνθήκες και κυνηγάει σ’ όλα τα εδάφη, ειδικά στα δύσκολα ορεινά μέρη (χαράδρες, βράχοι, πυκνά). Το Λουντογκόρσκο (Τρελό Βουνό) της Βουλγαρίας είναι από τα πιο δύσβατα και απρόσιτα βουνά των Βαλκανίων. Σ’ αυτή την περιοχή έχει ανατραφεί το Λουντογκόρσκο, απ’ το οποίο και πήρε το όνομα, γιατί τα καταφέρνει όσο κανένα άλλο σκυλί.  Χρησιμοποιείται για μεγάλα τριχωτά θηράματα (αγριογ-ελάφι-ζαρκάδι), αλλά κυνηγάει και το λαγό πολύ καλά. Σαν χαρακτήρας είναι ήρεμος και φιλικός.

9.8.4.2. Μπαλκάν Βουλγαρίας

Είναι ο «Βαλκανικός Ιχνηλάτης» της Γιουγκοσλαβίας που εκτρέφεται στην Βουλγαρία.
–    Ύψος 45-55 cm για τα αρσενικά και 2  cm λιγότερο για τα θηλυκά
–    Βάρος 20-25 kg
–    Τρίχωμα κοντό, σκληρό, πυκνό. Έχει χαίτη 3 cm μήκος, κάτω απ’ τ’ αυτιά, την κοιλιά, πίσω στα μπούτια και στην άκρη της ουράς.
–    Χρώμα μαύρο ή γκριζοκαφέ σαμάρι με έντονο καφέ ή κόκκινο στο υπόλοιπο σώμα. Μερικές φορές μια γραμμή άσπρη στο στήθος, στα πόδια και στην άκρη της ουράς.
–    Κεφάλι χοντρό και πλατύ. Μέγεθος μέτριο. Κρανίο ίδιο μήκος με τη μουσούδα. Stop ελαφρώς έντονο. Μάτια καφέ σκούρα, μεγάλα, λίγο σχιστά. Μουσούδα καφέ, μύτη μαύρη. Χείλη ελαφρώς κρεμαστά. Συνήθως το χρώμα του κεφαλιού είναι γκρίζο του λαγού.
–    Αυτιά μέτρια σε μήκος, τριγωνικά, επίπεδα. Έχουν πιο μακριά τρίχα από ότι το σώμα.
–    Η γενική εμφάνιση του σκύλου είναι κοντόχοντρη. Λαιμός κοντός και χοντρός με λίγο προγούλι. Στήθος φαρδύ, στέρνο επίπεδο, θώρακας με στρογγυλά πλευρά. Ράχη ίσια και φαρδιά, η πλάτη κάνει λίγη σέλα. Κοιλιά χοντρή και στρογγυλή, όχι πολύ ανεβασμένη.
–    Ουρά μετρίου μεγέθους προς το κοντό, σχετικά χοντρή. Στέκεται σαν γιαταγάνι. Στο κάτω μέρος έχει τρίχα 3 cm περίπου σαν βούρτσα.
–    Πόδια ίσια και κοντά, πολύ μυώδη. Μηροί χοντροί και φουσκωτοί. Πόδια χοντρά, στρογγυλά, δάχτυλα σφιχτά, νύχια μαύρα.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
Καλή μύτη, μέτρια ταχύτητα. Μεγάλη αντοχή, πείσμα και μανία. Νευρικός και άγριος με το θήραμα. Χρειάζεται μεγάλη αυστηρότητα στην εκπαίδευση γιατί είναι σκληροτράχηλος και ανεξάρτητος σκύλος. Φωνή χοντρή και υπόκωφη, γαβγίζει πολύ στο ντορό. Μονοκόμματος στις κινήσεις, χωρίς μεγάλη ευελιξία. Κυνηγάει λαγό κυρίως. Αντέχει σ’ όλα τα εδάφη και σ’ όλους τους καιρούς.

9.8.4.3. Μπαράκ  Βουλγαρίας

Η ράτσα διατηρείται και αναπαράγεται στην Βουλγαρία, όπου έχει πάρει και αίματα απο το Μπαράκ της Γιουγκοσλαβίας.
–    Ύψος 45-55 cm για τα αρσενικά και 2  cm λιγότερο για τα θηλυκά
–    Βάρος 20-25 kg
–    Τρίχωμα μακρύ και σκληρό σαν σύρμα. Εχει και υποτρίχωμα μαλακό και πυκνό.
–    Σαμάρι γκρι ή μαύρο με καφέ ή κόκκινο στο υπόλοιπο σώμα.
–    Κεφάλι σχετικά μακρύ, η μουσούδα πιο μακριά απ’ το κρανίο. Κρανίο θολωτό, χείλη κρεμαστά. Μύτη μαύρη. Μάτια στρογγυλά, σκούρα ή καφέ ανοιχτό. Stop έντονο. Σκληρή τρίχα στα φρύδια και γένι στην κάτω γνάθο.
–    Αυτιά μακριά με πτυχή και κρεμαστά. Στρογγυλεύουν στην άκρη. Αν τα τεντώσουμε δεν φτάνουν στην άκρη της μύτης.
–    Γενική εμφάνιση σαν παραλληλόγραμμο, μακρύς κορμός σε αναλογία με το ύψος. Πλάτη ίσια. Ακρώμιο πολύ φανερό, που ξεχωρίζει απ’ την γραμμή της ράχης. Λαιμός μακρύς και γεροδεμένος, τον κρατάει σχεδόν σε όρθια θέση σε σχέση με τη γραμμή της ράχης. Στήθος φαρδύ και όχι βαθύ, στέρνο επίπεδο, πλευρά λοξά και επιμήκη. Καπούλια στρογγυλά. Κοιλιά ανεβασμένη.
–    Ουρά μακριά, χοντρή. Στέκεται σαν σπαθί. Το μήκος ξεπερνάει το κότσι σε στάση ηρεμίας.
–    Σκέλη λεπτά, ίσια, κάθετα και πολύ μυώδη Κόκαλο δυνατό. Πόδια σχήματος οβάλ, δάχτυλα λεπτά και μακριά, νύχια μεγάλα και μαύρα.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
Σκληροτράχηλος Ιχνηλάτης, ανθεκτικός σ’ όλα τα εδάφη και σ’ όλες τις καιρικές συνθήκες. Μύτη καλή. Μεγάλη αντοχή στην καταδίωξη. Ταχύτητα κανονική. Φωνή καθαρή με μακρόσυρτο κλαψιάρικο γάβγισμα. Γαβγίζει κοντά στο θήραμα.  Σαν χαρακτήρας είναι λίγο άγριος με το θήραμα και με τους ξένους. Έχει μεγάλο και γερό δόντι. Χρειάζεται αυστηρότητα στην εκπαίδευση. Κυνηγάει με μανία όλα τα θηράματα μεγάλα και μικρά.

9.8.5. Σλοβένικοι ιχνηλάτες

9.8.5.1. Ιχνηλάτης του Ποσάβα (Posavski Gonic)

Γενική εμφάνιση
–    Ιχνηλάτης φρέσκου ντορού. Όμορφος σκύλος, μεσαίου ύψους, δυνατός και ανθεκτικός.
–    Το μήκος του κεφαλιού του είναι 20-24 εκ. με ελαφρώς προεξέχον μέτωπο και μέτριο stop. Αυτιά πλατιά, ελαφρώς πάνω απ’ τη γραμμή των ματιών, κρέμονται επίπεδα και στρογγυλεύουν στις άκρες.
–    Τρίχωμα κοντό, πυκνό και σκληρό.
–    Χρώμα καφέ-κόκκινο, αποχρώσεις του κίτρινου και του καστανού, με άσπρο στο κεφάλι, στο λαιμό, στο στήθος, στις άκρες των ποδιών και της ουράς.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 46-58 cm. Το ιδανικό ύψος είναι 50 εκ. για το αρσενικό και 48 εκ. για το θηλυκό. Το βάρος γύρω στα 16-24 kg.
–    Το μήκος του κορμού είναι κατά 11-13% μεγαλύτερο απ’ το ύψος στο ακρώμιο, δηλαδή το σχήμα του σώματος είναι παραλληλόγραμμο.
Ιστορικά στοιχεία
Η πραγματική καταγωγή του δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Μερικοί ερευνητές λένε πως κατάγεται απ’ τους Ιχνηλάτες της Μεσογείου, ενώ ο Αυστρο-Ούγγρος στρατηγός F. B. Laska, λεει πως κατάγεται απ’ την Κεντρική Ευρώπη και άλλοι απ’ τα Κεντρικά Βαλκάνια. Αναπτύχθηκε κυρίως στη βόρειο-κεντρική περιοχή της Γιουγκοσλαβίας, κατά μήκος του ποταμού Σάβα και κυρίως η περιοχή της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης θεωρείται η πατρίδα του. Η ράτσα σταθεροποιήθηκε και αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά απ’ τη Διεθνή Κυνολογική Ομοσπονδία  το 1955 με FCI Standard No 154 και με όνομα «Karst Hound». Το 1959 το όνομα άλλαξε σε «Posavec Hound» και σήμερα το πρότυπό του είναι αυτό που ορίστηκε στις 17/1/1973 με FCI Standard No 154b. Υπάρχουν γύρω στα 1500 σκυλιά σήμερα καταγραμμένα στην Federation Cynologique Internationale (FCI).
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
–    Πολύ σταθερός στο ντορό, ανθεκτικός και δραστήριος. Είναι  πολύ αξιοσέβαστος σύντροφος στο κυνήγι και στο σπίτι. Είναι υπάκουος και τρυφερός, εκπαιδεύεται πολύ εύκολα. Άριστος στο λαγό, αγριοκούνελο και αλεπού. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για μεγαλύτερα ζώα.

9.8.5.2. Κοντότριχος Ιχνηλάτης της Ίστριας  (Istarski Kratkodlaki Gonic)

Γενική εμφάνιση
–    Ιχνηλάτης  φρέσκου ντορού. Αντίθετα με το σκληρότριχο, η εμφάνισή του είναι ευγενική και λεπτή. Και οι δυο τύποι κρίνονται με τα ίδια πρότυπα και χαρακτηριστικά. Το κύριο χαρακτηριστικό και των δυο ιχνηλατών της Ιστριας είναι το κεφάλι σε σχήμα αχλαδιού που καθορίζει τον τύπο της φυλής.
–    Το μήκος του κεφαλιού του είναι 20-25 εκ., αρκετά στενό κεφάλι, ελαφρώς φαρδύτερο στο μέτωπο, με ήρεμη έκφραση και μέτριο stop. Η μύτη είναι μαύρη ή τουλάχιστον σκούρο καφέ χρώμα. Αυτιά πλατιά, ελαφρώς πάνω απ’ τη γραμμή των ματιών, κρέμονται επίπεδα και στρογγυλεύουν στις άκρες.
–    Το τρίχωμά του είναι κοντό, σφιχτό, λαμπερό και λείο.
–    Το χρώμα του είναι άσπρο χιονάτο με πορτοκαλί ή κίτρινα σημάδια κυρίως στ’ αυτιά και λίγα στο σώμα και στη βάση της ουράς.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 44-56 εκ. Το ιδανικό ύψος είναι 50 εκ. για το αρσενικό και 48 εκ. για το θηλυκό. Το βάρος γύρω στα 14-20 kg.
–    Το μήκος του κορμού είναι κατά 10 % μεγαλύτερο απ’ το ύψος στο ακρώμιο, δηλαδή το σχήμα του σώματος είναι παραλληλόγραμμο.

9.8.5.3. Σκληρότριχος Ιχνηλάτης της Ίστριας (Istarski Ostrodlaki Gonic)

Γενική εμφάνιση
–    Ιχνηλάτης κρύου και φρέσκου ντορού με αγροτική και εντυπωσιακή εμφάνιση, με γεροδεμένο σώμα και έκφραση ήρεμη και φιλική. Στο κυνήγι όμως παρουσιάζει μεγάλη ενεργητικότητα και δραστηριότητα.
–    Το κεφάλι του έχει μήκος 20-24 εκ., δυνατό, πιο πλατύ στο μέτωπο και στενότερο προς τα μάτια (σχήμα αχλαδιού), με μέτριο stop. Η μύτη είναι μαύρη ή τουλάχιστο με σκούρο καφέ χρώμα. Αυτιά πλατιά, ελαφρώς πάνω απ’ τη γραμμή των ματιών, κρέμονται επίπεδα και στρογγυλεύουν στις άκρες.
–    Τρίχωμα με τρίχες μήκους 5-7 εκ. Το «συρμάτινο» εξωτερικό τρίχωμα, πέφτει προς το σώμα, το εσωτερικό τρίχωμα είναι απαλό σαν μαλλί. Εχει γένια και τριχωτά φρύδια που δίνουν μια σοβαρή και μερικές φορές μελαγχολική έκφραση.
–    Το χρώμα του άσπρο με πορτοκαλί ή κίτρινα σημάδια κυρίως στ’ αυτιά και λίγα στο σώμα και στη βάση της ουράς.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 46-58 cm. Το ιδανικό ύψος είναι 52 εκ. για το αρσενικό και 50 εκ. για το θηλυκό. Το βάρος γύρω στα 16-24 kg.
–    Το μήκος του κορμού είναι κατά 10% μεγαλύτερο απ’ το ύψος στο ακρώμιο, δηλαδή το σχήμα του σώματος είναι παραλληλόγραμμο.
Ιστορικά στοιχεία
Προήρθε από τη διασταύρωση του Κοντότριχου Ιχνηλάτη της Ίστριας και του Γκριφόν της Βανδέας, που  έκανε ο Dr Ivan Lovrencic.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
–    Σκληροτράχηλος  ιχνηλάτης, ανθεκτικός, δραστήριος και δυνατός. Κυνηγάει άνετα στα πιο δύσκολα και πυκνά εδάφη και αντέχει στις βαριές χειμωνιάτικες καιρικές συνθήκες. Πολύ καλός στο λαγό και ιδιαίτερα στο αγριογούρουνο.  Έχει μεγάλη ικανότητα και ταλέντο να βρίσκει τα χνάρια των μεγάλων ζώων, καθώς και τα χνάρια αίματος, έπειτα από τραυματισμό τους. Έχει πολύ δυνατή και καθαρή φωνή.

9.8.6. Ελβετικοί ιχνηλάτες

9.8.6.1. Γιούρα τύπου Μπρούνο (Jura Laufhunde type Bruno)

Ο  Ιχνηλάτης  Γιούρα τύπου Μπρούνο βελτιωμένος με αίματα Μαύρου Σαιντ Υμπερ.
Αναλογίες
Μήκος σώματος / Υψος = 1,15 / 1
Υψος / Υψος στήθους = 2 / 1
Μήκος μουσούδας / Μήκος κρανίου = 1 / 1
–    Κρανίο μακρύ, ισχνό και στενό, ινιακή προεξοχή εμφανής. Οι άξονες του κρανίου και της μουσούδας ελαφρώς αποκλίνοντες. Το στοπ φανερό χωρίς υπερβολή. Μύτη εντελώς μαύρη, πολύ αναπτυγμένη με ανοιχτά ρουθούνια. Μουσούδα με φινετσάτη δομή, στενή, ούτε τετράγωνη ούτε μυτερή.
–    Ουρά όχι πολύ μακριά, στέκεται οριζόντια ή με μια ελαφριά κλίση προς τα πάνω ή κάτω, αλλά ποτέ πολύ ψηλά. Έχει πυκνό τρίχωμα.
–    Δέρμα λεπτό, μαλακό, τεντωμένο, με διαφορετικό χρώμα για κάθε ποικιλία.
Χρώμα μαύρο γενικώς ή μερικές φορές ανθρακί με κόκκινο της φωτιάς ή κόκκινο-πορτοκαλί, στο κεφάλι, τα κάτω μέρη του σώματος και την κοιλιά. Ένα μικρό  άσπρο μπάλωμα στο στήθος είναι επιτρεπτό, το οποίο μερικές φορές μπορεί να είναι και πιτσιλωτό.
– Το ύψος για τα αρσενικά είναι 49-59 cm και για τα θηλυκά 47-57 cm.
Πρότυπο εργασίας
Φυσικά χαρίσματα
–    Μύτη αξιόπιστη.
–    Φωνή βαρύγδουπη με τόνο ουρλιαχτού, δυνατή και μερικές φορές σε ορισμένα σκυλιά διαπεραστική.
–    Ρωμαλέα, σφριγηλά και ανθεκτικά με μεγάλη αντοχή και διάρκεια. Έχουν ζωηρό χαρακτήρα και πάθος για το κυνήγι. Ήμερα, πρόθυμα, υπάκουα και πολύ δεμένα με το αφεντικό τους.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
–    Ιδανικός ιχνηλάτης για το λαγό σε δύσκολα ορεινά εδάφη και ανάλογες καιρικές συνθήκες. Εργάζονται άριστα μόνα τους και δεν συνεργάζεται εύκολα με άλλα σκυλιά. Ιχνηλάτες με εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, με πάθος, επιμονή και οξυδέρκεια. Η πλειονότητα των παραπάνω ιχνηλατών εργάζεται πεισματικά στις εναλλαγές του ντορού που οδηγεί στο γιατάκι με μεγάλη ικανότητα και σιγουριά.

9.8.7. Ιταλικοί ιχνηλάτες

9.8.7.1. Σεγκούτσιο Κοντότριχο (Segugio Italiano Pelo Raso)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Υπάρχει και η άλλη ράτσα Σεγκούτσιο με σκληρό τρίχωμα. (Segugio Italiano Pelo Forte). Η διαφορά τους είναι μόνο στο τρίχωμα, τα σωματικά και κυνηγετικά χαρακτηριστικά είναι τα ίδια.
Γενική εμφάνιση
–    Ο κορμός του είναι τετράγωνος, σε αρμονία με το γενικό σχήμα. Δεν είναι εκδηλωτικό σκυλί αλλά  έχει ζωηρό χαρακτήρα. Η γενική κατασκευή του είναι συμμετρική, με δυνατά κόκαλα και δυνατούς μύες. Υπάρχουν δυο τύποι: ενας με λείο τρίχωμα και ένας με σκληρό τρίχωμα, χωρίς καμία άλλη διαφορά στα σωματικά και κυνηγετικά χαρακτηριστικά.
–     H ουρά αρχίζει ψηλά πάνω στη γραμμή της πλάτης, ίδια σ’ όλο το μήκος της, εκτός απ’ την άκρη που λεπταίνει. Έχει μήκος το 57% του ύψους στο ακρώμιο. Στέκεται σαν χαντζάρα.
–    Υπάρχουν σκυλιά με λείο τρίχωμα και σκυλιά με σκληρό τρίχωμα.  Το λείο τρίχωμα είναι πυκνό, γυαλιστερό, λεπτό και στιλπνό. Το σκληρό τρίχωμα είναι τραχύ σ’ όλο το σώμα, με μήκος περίπου 5 cm. Οι τρίχες στα οσφυϊκά τόξα δεν πρέπει να σκεπάζουν τα μάτια.
–    Τα χρώματα που επιτρέπονται είναι: πορτοκαλί σε όλες τις αποχρώσεις, σκούρο κοκκινοκίτρινο, ανοιχτό κίτρινο, μαυροκόκκινο. Στα μαύρα σκυλιά επιτρέπονται ανταύγειες στο ρύγχος, τα φρύδια, στο στήθος, στα άκρα. Στο κίτρινο χρώμα επιτρέπεται άσπρο στο ρύγχος, αστέρι άσπρο στο στήθος, στο λαιμό, στα μετακάρπια και στα μετατάρσια, στην άκρη της ουράς και στα πόδια. Πάντως όσο λιγότερο άσπρο υπάρχει, τόσο το καλύτερο. Το μαύρο χρώμα με ανταύγειες κόκκινες, μπορεί να έχει άσπρο στο στήθος, οπότε ο σκύλος φαίνεται τρίχρωμος.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 52-58 cm για το αρσενικό και 48-56 cm για το θηλυκό. Βάρος 18-28 kg.

Ιστορικά στοιχεία
Προέρχεται από το Αιγυπτιακό Λεβριέ, που έφεραν οι Φοίνικες πριν 2000 χρόνια στην Ελλάδα, την Ιταλία και σ’ όλες τις περιοχές της Μεσογείου. Το Ελληνικό Λαγωνικό και κατ’ επέκταση ο «Ελληνικός Ιχνηλάτης», που είναι και αυτός απόγονος του Αιγυπτιακού Λεβριέ, έχει κοινή καταγωγή με το Σεγκούτσιο. Το Αιγυπτιακό Λαγωνικό,  ήταν κοινό στην Ελλάδα και την Νοτιοκεντρική Ιταλία μέχρι και την εποχή της Αναγέννησης. Με διασταυρώσεις των ντόπιων σκύλων τύπου Μπρακ, που υπήρχαν εκείνη την εποχή, οι Ιταλοί δημιούργησαν το Σεγκούτσιο σε  δυο ποικιλίες: με σκληρό και λείο τρίχωμα.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
Θεωρείται σκύλος με τέλεια κατασκευή σκελετού. Είναι ικανός να ακολουθεί και να καταδιώκει το θήραμα απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ.Χρησιμοποιείται σ’ όλα τα εδάφη με πολύ καλά αποτελέσματα. Έχει μεγάλη αντοχή, ζήλο και καλή ταχύτητα. Κυνηγάει όλα τα θηράματα με το ίδιο πάθος.

9.8.8. Γαλλικοί ιχνηλάτες

9.8.8.1. Σκύλος του Αρτουά (Chien D’ Artois)

Χρήση
Ο Σκύλος του Αρτουά είναι ένας ιχνηλάτης μεσαίου τύπου ως προς το μέγεθος (briquet), ο οποίος χρησιμοποιείται για κυνήγι με όπλο. Εχει πολύ καλή κατασκευή, είναι μυώδης, δίνοντας μια εντύπωση δύναμης και ενέργειας. Εξαιρετικός κυνηγός για όλα τα τριχωτά θηράματα, τα οποία δύσκολα μπορούν να τον ξεγελάσουν. Μέσης ταχύτητας σκύλος με μεγάλη αντοχή και δύναμη, κυνηγάει σ’ όλα τα εδάφη με μεγάλη ευκολία, μόνος ή σε αγέλη. Πολύ ισορροπημένη συμπεριφορά, στοργικός, αγαπητός και φιλήσυχος.
•    Λόγω της εξαιρετικά λεπτής όσφρησης που διαθέτει, στις πεδιάδες, στους λόγγους και στα βουνά,  ο λαγός δεν μπορεί να του ξεφύγει, όσα κόλπα και τεχνάσματα κι αν κάνει.
•    Με την αναμφισβήτητη ενστικτώδη ποιότητα του κυνηγού, κυνηγάει άνετα στα αραιά ή πυκνά δάση, ένα ελάφι ή ζαρκάδι στη σωστή κατεύθυνση που εξυπηρετεί τον κυνηγό.
•    Με το απαράμιλλο θάρρος και την παλικαριά που έχει, στα πυκνά και δύσκολα δάση, είναι ικανός να ξεσηκώσει και το πιο πεισματάρικο αγριογούρουνο.
•    Εκτός των παραπάνω ο Σκύλος του Αρτουά είναι ένα σκληρό και άφοβο σκυλί, προικισμένο με  εξαιρετική φωνή που ακούγεται σε πολύ μεγάλες αποστάσεις. Για τα κυνηγετικά δεδομένα της Γαλλίας, έξη έως οκτώ Αρτουά κάνουν μια αγέλη ιχνηλατών, που ικανοποιούν όλες τις απαιτήσεις του σημερινού Γάλλου κυνηγού, προσφέροντας μεγάλη ευχαρίστηση και ικανοποίηση.

Ιστορικά στοιχεία
Ο Σκύλος του Αρτουά προέρχεται κατ’ ευθείαν απ’ το μαύρο Σαιντ Υμπερ με διασταύρωση ντόπιων σκύλων της περιοχής, τύπου μπρακ και είχε το μεγάλο ύψος αρχικά, ώσπου κατέληξε περιοδικά στην μπρικέ μορφή. Στην αρχή η ράτσα ονομάζονταν «Σκύλος της Πικαρδίας». Είχε πολύ μεγάλη εκτίμηση για τα εξαιρετικά του κυνηγετικά προσόντα, απ’ τον Ερρίκο 4ο  και τον Λουδοβίκο τον 11ο  και συνέχισε να είναι δημοφιλής ράτσα και μετά την εποχή των παραπάνω βασιλιάδων. Ο Σελινκούρ θαύμαζε και έμενε κατάπληκτος με την ικανότητα αυτού του σκύλου να ξεσηκώνει τον λαγό με ξερό καιρό, που είχε περάσει μια και παραπάνω ώρες πριν. Ο  Couteux de Canteleu στο «Εγχειρίδιο του Γαλλικού Κυνηγιού» (Manuel de Venerie Francaise – 1890), επαινεί το Αρτουά. Αν και στην εποχή του η ράτσα είχε υποστεί ορισμένες διασταυρώσεις και ήταν δύσκολο να βρει κανείς καθαρόαιμα άτομα, όμως σε πείσμα αυτών των δυσκολιών τα Αρτουά ήταν τα καλύτερα σκυλιά για το κυνήγι του λαγού.
Στο τέλος του 19ου αιώνα και στην αρχή του 20ου , ο Λεβουάρ άρχισε στην Πικαρδία να αναπτύσσει και να ξαναδημιουργεί τον παλιό τύπο του Αρτουά χωρίς μεγάλη επιτυχία. Στη διάρκεια αυτής της εποχής και μέχρι την αρχή του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου, ένας άλλος εκτροφέας απ΄ την Πικαρδία, ο  Μαλάρντ, ανέπτυξε τη ράτσα και κέρδισε πολλά βραβεία στις εκθέσεις, αλλά όμως δεν ήταν όλα τα σκυλιά ομοιόμορφα στα πρότυπα που οι παλιοί συγγραφείς είχαν καθορίσει. Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο η ράτσα κινδύνεψε να εξαφανιστεί τελείως, αλλά ο Audrechy απ’ το Buigny les Gamache, θεώρησε καθήκον του να ξαναδημιουργήσει τη ράτσα στα σωστά πρότυπα. Σ’ αυτόν και στις προσπάθειες της  κας Πιλάτ ξανακέρδισε η ράτσα την παλιά της αξία και εκτίμηση και υπάρχει μέχρι σήμερα σε μεγάλο και αυξανόμενο αριθμό.

Περιγραφή προτύπου
Αναλογίες
Υψος/Μήκος σώματος: 10/10 ή 10/11
Βάθος στήθους/Υψος: 1/2
Πλάτος κρανίου/Μήκος κεφαλιού: 5/9
Μήκος μουσούδας/Μήκος κρανίου: 8/10
–    Κεφάλι: Κρανίο δυνατό, πλατύ, σχεδόν κοντό, στρογγυλό και επίπεδο στο πάνω μέρος, αλλά με το ινιακό οστό να φαίνεται καθαρά. Τονισμένο stop. Μύτη μαύρη, δυνατή, με ανοιχτά ρουθούνια. Τα πάνω χείλια καλύπτουν τα κάτω και είναι σημαντικό να δίνουν ένα τετράγωνο σχήμα στη μουσούδα όταν φαίνεται σε προφίλ. Μουσούδα ίσια και σε προφίλ σχεδόν επιμήκης. Μάγουλα άπαχα. Τα μάτια σε σχέση με το πλάτος του μετώπου δεν πρέπει να είναι κοντά το ένα με το άλλο, είναι στρογγυλά, με μελαγχολική και γλυκιά έκφραση. Το χρώμα των ματιών σκούρο καφέ  Η βλενογόνος μεμβράνη των κάτω βλεφάρων δεν πρέπει να φαίνεται. Αυτιά στο σχήμα του νεφρού, τοποθετημένα στο επίπεδο του ματιού, λίγο χοντρά, πλατιά, στρογγυλά στην άκρη, όμως επίπεδα και σχεδόν μακριά έτσι ώστε να φτάνουν στην αρχή της μύτης. Λαιμός σχεδόν μακρύς, δυνατός με πολύ λίγο προγούλι.
–    Σώμα: Ράχη πλατιά και στερεή. Νεφρική χώρα τοξοειδής. Οι γοφοί δίνουν μια ελαφριά κλίση στα καπούλια, τα οποία είναι μυώδη. Στήθος μακρύ και πλατύ, σχεδόν κατεβαίνει με τέτοιο τρόπο που η γραμμή του στέρνου φτάνει στο επίπεδο του αγκώνα. Πλευρά καλώς αναπτυγμένα. Ουρά δυνατή, σχεδόν μακριά, τραχιά κατά κάποιο τρόπο, ελαφρώς τριχωτή προς την άκρη και στέκεται σαν δρεπάνι χωρίς να γυρίζει πίσω στην πλάτη.
–    Μπροστινά πόδια: Κοιτάζοντας από μπροστά τα πόδια είναι δυνατά και κάθετα. Ωμοπλάτες λοξές και μυώδεις. Ο αγκώνας τοποθετημένος σωστά στον άξονα του σώματος. Μετακάρπιο ελαφρώς λοξ. Πόδια ελαφρώς επιμήκη, δυνατά  και αρκετά χοντρά. Πατούσες μαύρες, σκληρές και συμπαγείς.
–    Πίσω πόδια: Όταν κοιτάζουμε το σκύλο από πίσω, μια κάθετη νοητή γραμμή ξεκινάει απ’ το σημείο του μηρού και εκτείνεται στο μέσο του ποδιού, στο κότσι, στο μετατάρσιο και στο πόδι. Μηρός μυώδης, κότσι δυνατό με μέτρια γωνία, μετατάρσιο κοντό και δυνατό. Βηματισμός ομαλός και άνετος.
–    Τρίχωμα: Δέρμα σχεδόν χοντρό. Τρίχωμα κοντό, χοντρό και επίπεδο. Χρώμα τρίχρωμο (μαύρο, άσπρο, κοκκινωπό), με μανδύα ή μεγάλα μπαλώματα στο χρώμα του λαγού ή του ασβού, Έτσι ώστε μερικές φορές να φαίνεται δίχρωμο. Το κεφάλι κοκκινωπό και μερικές φορές με μαύρη κάλυψη.
–    Μέγεθος: Για τα αρσενικά και τα θηλυκά το μέγεθος είναι 53-58 εκατοστά με ανοχή  1 εκατοστό.
–    Βάρος περίπου 28-30 κιλά.

Πρότυπο εργασίας
Φυσικά χαρίσματα
–    Μύτη με πολύ λεπτή όσφρηση, με σταθερότητα στο ντορό, χωρίς φλυαρία. Χρησιμοποιεί στην ιχνηλασία και τον αέρα στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ντορός στο έδαφος.
–    Φωνή χοντρή, σταθερή, δυνατή και καθαρή
–    Είναι ένας σκύλος με δυνατό και μυώδη σκελετό, μεγάλη ανθεκτικότητα και θάρρος, σταθερό βηματισμό με μεγάλη αντοχή και διάρκεια.
–    Είναι πολύ ισορροπημένος , μυαλωμένος, έξυπνος, φρόνιμος, επιμελής, δουλευτής και επίμονος.
Κυνηγετική συμπεριφορά
–    Ιδανικός για κυνήγι καταδίωξης, εργάζεται άριστα μόνος του ή σε ομάδα.
–    Ειδικότητά του ο λαγός και το αγριογούρουνο, τα οποία κυνηγάει με πολύ πάθος. Ζωηρός και παθιασμένος στο λαγό, θαρραλέος και συνετός στο αγριογούρουνο, το οποίο πάντα προσπαθεί να το κρατήσει σε απόσταση ασφαλείας (στάμπα).
–    Τελειομανής στο ντορό, αποφεύγει εύκολα τα λάθη με την επιμονή και το ζήλο που εργάζεται.
–    Δεν φοβάται καθόλου τα πυκνά θαμνώδη μέρη με πουρνάρια και βάτους, κυνηγάει σ’ όλα τα δύσκολα εδάφη ορεινά και πεδινά με αξιοθαύμαστη αντοχή.
–    Δεν φοβάται καθόλου τις ακραίες καιρικές συνθήκες του χειμώνα, είτε είναι χιόνια, βροχές και κρύο, το Αρτουά δεν καταλαβαίνει τίποτα, συνεχίζει τη δουλειά του.
–    Είναι εξαιρετικός κολυμβητής και μπορεί να διασχίσει άνετα ρυάκια και ποταμούς στο διάβα του, όταν βρεθεί σε ανάγκη.
–    Πολύ υπάκουος στο κάλεσμα του κυνηγού σε κάθε περίπτωση.

9.8.8.2. Αρτεσιανό – Νορμανδικό Μπασέ  (Basset Artesien – Normand)

Ιδανικός ιχνηλάτης για το λαγό, τον οποίο κυνηγάει με μεγάλη μανία. Εχει εξαιρετική μύτη και μελωδικότατη φωνή, σημαντικά προσόντα για έναν ιχνηλάτη.  Άριστη μύτη σημαίνει δυνατή και λεπτή όσφρηση με αποτέλεσμα ο σκύλος να βρίσκει εύκολα  και γρήγορα τα ίχνη του λαγού ακόμα και στις πιο δύσκολες καιρικές και εδαφικές συνθήκες. Η «μελωδική» φωνή διακρίνεται από καθαρότητα του γαβγίσματος στο ντορό και στην καταδίωξη, με αποτέλεσμα να ακούει ο κυνηγός το σκύλο όσο μακρύτερα γίνεται και να καταλαβαίνει την τακτική του σκύλου στην εξέλιξη του κυνηγιού σε σχέση με τη συμπεριφορά του λαγού. Κυνηγάει μόνος του αλλά και με άλλους ιχνηλάτες με τους οποίους συνεργάζεται με εξαιρετικό τρόπο.  Τα κοντά του πόδια και το μικρό του ύψος του επιτρέπουν να μπαίνει με μεγάλη ευκολία στα πιο δύσκολα πυκνά (πουρνάρια, ρείκια, βάτα) με μεγάλο ζήλο για να ξεσηκώσει το λαγό. Η λεπτή του όσφρηση βοηθάει στο να ακολουθεί με σιγουριά το ντορό έως το ξεσήκωμα και στη συνεχεια στην καταδίωξη. Σαν κοντοπόδαρος μπορεί να μην έχει μεγάλη ταχύτητα στην καταδίωξη, αλλά έχει μεγάλο πείσμα, επιμονή και αντοχή ώστε να  κυνηγάει το λαγό με μανία πολλές ώρες, δίνοντας στον κυνηγό το σωστό στίγμα με τη δυνατή και καθαρή φωνή του. Εκτός από κυνηγός είναι και πολύ καλός σύντροφος στο σπίτι. Είναι ήρεμος, υπάκουος, στοργικός και φιλικός με τα παιδιά και την οικογένεια. Μπορεί να ζήσει άνετα σε διαμέρισμα με την προϋπόθεση να βγαίνει τακτικές βόλτες έξω, για να διατηρείται σε φόρμα. Στη Γαλλία εκτιμάται πάρα πολύ για τα προσόντα του στο κυνήγι του λαγού, του αγριοκούνελου και του ζαρκαδιού.
Περιγραφή προτύπου
Αναλογίες
Ύψος στο ακρώμιο / Μήκος σώματος = 5 / 8
Βάθος του θώρακα / Υψος στο ακρώμιο = 2 / 3
Πλάτος κρανίου / Μήκος κεφαλιού = 1 / 2
Μήκος μουσούδας / Μήκος κρανίου = 10 / 10
–    Κεφάλι: Κρανίο θολωτό, μέτριου πλάτους με αναπτυγμένο ινιακό κόκαλο. Stop πολύ φανερό αλλά χωρίς υπερβολή. Γενικώς το κεφάλι πρέπει να έχει «στεγνή» εμφάνιση.
–    Μύτη μαύρη και μεγάλη, προεξέχουσα ελαφρώς απ’ τα χείλη, όταν βλέπουμε το κεφάλι πλάγια, ρουθούνια ανοιχτά.
–    Μουσούδα ελαφρώς κυρτή και ίσου μήκους με το μήκος του κρανίου.
–    Το πάνω χείλος καλύπτει επαρκώς το κάτω, το δέρμα στα μάγουλα σχηματίζει μια ή δυο πτυχές.
–    Μάτια σε σχήμα οβάλ, μεγάλα, σκούρα, με έκφραση σοβαρή και ήρεμη. Η μεμβράνη της κάτω βλεφαρίδας μερικές φορές είναι φανερή, όχι όμως υπερβολικά.
–    Αυτιά τοποθετημένα χαμηλά, ποτέ πάνω απ’ τη γραμμή των ματιών, στενά στη βάση, στριφογυριστά προς τα μέσα σαν σπείρες, μαλακά, λεπτά, πολύ μακριά, εκτεινόμενα τουλάχιστον μέχρι την άκρη της μουσούδας, με προτίμηση η άκρη τους να είναι μυτερή.
–    Λαιμός σχεδόν μακρύς, με προγούλια αλλά χωρίς υπερβολή.
–    Ράχη πλατιά και καλώς δομημένη. Γοφοί λίγο λοξοί, που δίνουν έτσι μια ελαφριά κλίση στα καπούλια. Στήθος οβάλ, μακρύ, το στέρνο καταλήγει ομαλά προς τα πίσω και προεξέχει μπροστά, με αναπτυγμένη σπάλα.
–    Ουρά σχεδόν μακριά, την κρατάει σαν σπαθί κυρτό, χοντρή στη βάση και λεπτή προοδευτικά προς το τέλος.  Όταν ο σκύλος είναι ακίνητος, η ουρά πρέπει να αγγίζει το έδαφος.
–    Τα μπροστινά πόδια είναι κοντά και πολύ δυνατά, σχεδόν κυρτά (στραβά). Το δέρμα τους στην κνήμη έχει πτυχές χωρίς υπερβολή και θεωρείται στοιχείο ποιότητας της ράτσας. Ώμοι μυώδεις και λοξοί. Πόδια σε σχήμα οβάλ, λίγο επιμήκη, δάχτυλα σχεδόν κλειστά, που πατούν στο έδαφος στέρεα, δίνοντας στο σκύλο μεγάλη σταθερότητα.
–    Όταν κοιτάζουμε το σκύλο από πίσω, μια κάθετη νοητή γραμμή ξεκινάει απ’ το σημείο του μηρού και εκτείνεται στο μέσο του ποδιού, στο κότσι, στο μετατάρσιο και στο πόδι. Κότσι δυνατό, σχεδόν κοντό σε σχέση με το έδαφος. Μπούτι σαρκώδες και μυώδες. Μετατάρσιο κοντό και δυνατό. Βάδισμα ομαλό, σχεδόν παθητικό με σταθερή κίνηση.
–    Τρίχωμα πυκνό, κοντό και απαλό, λίγο τραχύ. Δέρμα μαλακό και λεπτό. Χρώμα κοκκινωπό με μαύρα μπαλώματα και άσπρο (τρίχρωμο) ή κοκκινωπό με άσπρο (δίχρωμο). Στα τρίχρωμα εκτός από καθαρό μαύρο, μπορεί να έχουμε και γκριζωπό στο χρώμα του λαγού ή του ασβού.
–    Αρσενικά και θηλυκά έχουν μέγεθος 30-36 εκατοστά με ανοχή +/- 1 εκατοστά σε σκύλους που κρίνονται εξαίρετοι. Βάρος 15 – 20 κιλά.

9.8.8.3. Μπρικέ Γκριφόν της Βανδέας  (Briquet Griffon Vendeen)

Γενική εμφάνιση
–    Ιχνηλάτης κρύου και φρέσκου ντορού.
–    Έξυπνος και αποφασιστικός σκύλος.
–    Χαρακτηριστικό σχήμα και βάδισμα.
–    Κατασκευή κοντόχοντρη με καλές αναλογίες, άγρια εμφάνιση χωρίς βάρος.
–    Τρίχωμα: Μακρύ χωρίς υπερβολή, μερικές φορές τραχύ, αλλά σκληρό στο άγγιγμα. Υποτρίχωμα καλό.
–    Η κοιλιά και το εσωτερικό μέρος των μηρών δεν πρέπει να είναι γυμνό.
–    Το  χρώμα είναι καστανόγκριζο, το χρώμα του λαγού, άσπρο και γκρίζο, άσπρο και πορτοκαλί, άσπρο και το χρώμα του λαγού, άσπρο και μαύρο, τρίχρωμο.
–    Ύψος: Το ύψος στο ακρώμιο είναι  50-55 cm για το αρσενικό, και για το θηλυκό  48-53 cm. Ανοχή 1 cm παραπάνω για τα άριστης ποιότητας ζώα.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στη Γαλλία υπάρχουν άλλοι τρεις τύποι Γκριφόν της Βανδέας, τα οποία διαφέρουν μόνο στο ύψος, όλα τ’ άλλα κυνηγετικά χαρακτηριστικά είναι ίδια.
1.    Το Μεγάλο Γκριφόν της Βανδέας με ύψος περίπου 70 cm
2.    To Μπασέ Γκριφόν της Βανδέας με ύψος 38-42 cm.
3.    Πιο κοντό ακόμα Μπασέ Γκριφόν της Βανδέας με ύψος 34-38 cm.

Πρότυπο εργασίας
Φυσικά χαρίσματα
–    Μύτη καλή, σε αρμονία με το κυνηγετικό του στυλ.
–    Φωνή πληθωρική και δυνατή.
–    Από φυσική άποψη είναι ένας σκύλος με αδρά χαρακτηριστικά, αγροτική εμφάνιση, γεροδεμένος, γρήγορος με καλή συνεχή κίνηση.
–    Ανθεκτικός με μεγάλη αντοχή και διάρκεια.
–    Από ψυχολογική άποψη είναι δραστήριος, ζωηρός και ενεργητικός.
–    Εξαιρετικός κυνηγός, με πάθος, οξυδέρκεια, επιμονή, πείσμα και θάρρος.
Κυνηγετική συμπειφορά
–    Σκληροτράχηλος σκύλος, κυνηγάει σε όλα τα εδάφη με όλες τις καιρικές συνθήκες.
–    Είναι ανεξάρτητος και αυτόνομος και λίγο δύσκολος στην υπακοή, οπότε χρειάζεται αυστηρότητα και πειθαρχία.
–    Εχει ευχάριστη φωνή, συχνά διαπεραστική, καλός στο πλησίασμα του γιατακιού και εξαιρετικός στο ξεσήκωμα και την καταδίωξη, όπου δεν τον σταματά κανένα εμπόδιο
–    Ιδανικός για το κυνήγι του αγριογούρουνου στα πυκνά και δύσβατα μέρη, αλλά επίσης εξαιρετικός και για τα υπόλοιπα τριχωτά.
Ιστορικά στοιχεία
Προήλθε από διασταύρωση του Λευκού Σκύλου του Ρουά με το υπόξανθο Γκριφόν της Βρετάνης και επιμιξία με τον Γκρίζο Σκύλο του Αγίου Λουδοβίκου, στον οποίο οφείλει και το γκρίζο χρώμα. Αφού σταθεροποιήθηκε η ράτσα, αναπαράγεται συνέχεια, χωρίς καμία επί πλέον επιμιξία, μέχρι τη σημερινή εποχή. Στη Γαλλία υπάρχουν πολλά Μπρικέ Γκριφόν της Βανδέας, πολύ περισσότερα Μπασέ και λίγα Μεγάλα.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
–    Ευέλικτο και χαρακτηριστικό βάδισμα, που δείχνει νευρικό ζώο. Πολύ καλός Ιχνηλάτης, νευρικός, γρήγορος, ανθεκτικός και επίμονος. Κυνηγάει σ’ όλα τα εδάφη: πεδιάδες, βουνά, πετρωτά, βάλτοι, κλειστά και πυκνά. Αντέχει το κρύο, τη βροχή, αλλά και τη ζέστη. Έχει το πλεονέκτημα να μη διψάει, ακόμα και τις ζεστές μέρες.
–    Κυνηγάει όλα τα θηράματα (αγριογούρουνο, ελάφι, ζαρκάδι) καθώς επίσης και το λαγό. Δεν αφήνει εύκολα το ψάξιμο του ντορού, επιμένει πολύ και είναι ακούραστος στην καταδίωξη. Στη Γαλλία χρησιμοποιείται στο αγριογούρουνο σχεδόν αποκλειστικά.

9.8.8.4. Πορσελέν (Le Porcelaine)

Ιστορικά στοιχεία
Οι ιχνηλάτες Porcelaine (Πορσελέν) το 1844 ονομάζονται “Briquets Francs Comtois” , αλλά επίσης είναι γνωστοί και σαν ιχνηλάτες “de Luneville”. Αυτή την εποχή είναι πολύ γνωστή και φημισμένη ράτσα ανάμεσα στα γαλλικά σκυλιά. Αντιθέτως μετά την Γαλλική επανάσταση υπήρχαν ορισμένα σκυλιά άσπρα και πορτοκαλί στις περιοχές Abbayes de Luxeuil και Cluny, χωρίς να είναι προσδιορισμένη η προέλευσή τους και η καταγωγή τους.
Σήμερα τα Porcelaine θεωρούνται μια απ’ τις καλύτερες ράτσες για το κυνήγι του λαγού με παλιά καταγωγή απ’ τα φημισμένα “Blancs du Roy”, που ήταν τα Μεγάλα Άσπρα Σαιντ Υμπερ της Λορένης ( Les Grands St Hubert Blancs de Lorraine). Το όνομα “Porcelaine” (πορσελάνη) χρονολογείται απ΄τον 19 ο  αιώνα και το έδωσε ο ρομαντικός κυνόφιλος Marquis de Foudras.
Χρήση
–    Έχει πολύ καλή ταχύτητα με συνέχεια και διάρκεια στο ρυθμό και θεωρείται ο γρηγορότερος ιχνηλάτης στην κατηγορία του.
–    Η φωνή του είναι εντυπωσιακή  και  η όσφρησή του εξαιρετικά λεπτή, δυο στοιχεία πολύ σημαντικά σ’ ένα ιχνηλάτη, που τον κατατάσουν σε σκύλο πρώτης κλάσης.
–    Στη Γαλλία χρησιμοποιείται στο κυνήγι με όπλο (chasse à tir) και στο κυνήγι με άλογα (chasse à courre).
–    Κυνηγάει μόνος του ή σε ζευγάρι, αλλά και το ίδιο εύκολα με αγέλη πολλών  σκύλων.
–    Δυνατός και γερός με μεγάλο κυνηγετικό πάθος, ένας σκύλος με μεγάλη ικανότητα και ευκολία στο ξεσήκωμα και στην καταδίωξη του λαγού σε όλα τα εδάφη και ιδιαίτερα στα απόκρημνα και βραχώδη.
–    Το άσπρο χρώμα του διευκολύνει πολύ τον κυνηγό να τον παρακολουθεί και να τον βλέπει από πολύ μακριά στο σκούρο περιβάλλον των βουνών και των περιοχών που κυνηγάει.
–    Το αγαπημένο κυνήγι του Porcelaine είναι ο λαγός, αλλά κυνηγάει άριστα το ζαρκάδι και το αγριογούρουνο, όπου και χρησιμοποιείται απ’ τους Γάλλους κυνηγούς.
–    Στους αγώνες πρακτικού κυνηγιού που παίρνει μέρος διακρίνεται πάντα στις πρώτες θέσεις με άριστη βαθμολογία.
Προέλευση της ονομασίας “PORCELAINE”
Υπάρχουν διάφοροι θρύλοι και μύθοι για την ονομασία “Porcelaine” (πορσελάνη), αλλά η αλήθεια είναι ότι το όνομα προέρχεται απλά και λογικά απ’ το χρώμα του σώματος γενικά και απ’ τη φινέτσα των αυτιών με τις πορτοκαλί κηλίδες, που δίνουν μια όψη διαφάνειας πολύ χαρακτηριστική στη ράτσα. ΟΙ πορτοκαλί κηλίδες του τριχώματος πάνω απ’ τις μαύρες κηλίδες του δέρματος, σε συνδυασμό με το άσπρο φόντο του σώματος γενικά, δίνουν ένα αποτέλεσμα διάφανο σαν το σμάλτο της πορσελάνης και γι’ αυτό το λόγο προήλθε η ονομασία “Porcelaine”.
Εξωτερική εμφάνιση
–    Γενικώς από μορφολογική  και χρωματική άποψη είναι ένας πολύ όμορφος ιχνηλάτης, με φινετσάτη και αριστοκρατική εμφάνιση και ιδιαίτερη εκφραστικότητα.
–    Έχει μια χαρακτηριστική έκφραση, που πηγάζει απ’ το σχήμα του κεφαλιού, που μοιάζει σαν αχλάδι και ιδιαίτερα απ’ το βλέμα του, που είναι επιτακτικά γλυκό και έξυπνο.
–    Το ινιακό οστό είναι στρογγυλό, το μέτωπο επίπεδο.
–    Τα μάτια πολύ σκούρα, ακόμη και μαύρα, μύτη πολύ μαύρη και τ’ αυτιά πολύ λεπτά και χάρτινα, που όταν τα τεντώσουμε ξεπερνούν λίγο την άκρη της μύτης.
–    Η βάση των αυτιών σφιχτά δεμένη στη γραμμή των ματιών.
–    Η βλενογόνος μεμβράνη των χειλιών είναι μαύρη.
–    Το ύψος στα αρσενικά κυμαίνεται από 55 – 58 εκατ. και στα θηλυκά από 53 – 56 εκατ. Δεν επιτρέπεται κατώτερο ύψος από το προαναφερόμενο, ενώ επιτρέπεται  +2 εκατ. ψηλώτερο για σκυλιά που έχουν χαρακτηριστεί από επίσημους κριτές «εξαίρετα».
–    Δέρμα λεπτό και χαλαρό, χρωματισμένο με μαύρες κηλίδες όπως τα «νερά» του μάρμαρου.
–    Τρίχα κοντή, φίνα, πυκνή και λαμπερή, χωρίς αποτρίχωση.
–    Χρώμα πολύ άσπρο με κηλίδες πορτοκαλί σε σχήμα στρογγυλό, που δεν απλώνονται ποτέ στο μέρος του μανδύα. Αναφέρθηκαν παραπάνω οι χρωματικοί συνδυασμοί που δημιουργούν τη διαφάνεια της πορσελάνης στη εμφάνιση, απ’ όπου και το όνομα. Τα πορτοκαλί στίγματα στα αυτιά είναι το χαρακτηριστικότατο γνώρισμα της ράτσας.
–    Ο βηματισμός είναι πολύ ζωντανός και χαριτωμένος. Στο κυνήγι γενικώς κινείται με ελαφρύ και συνεχή καλπασμό.
Πρότυπο εργασίας
Φυσικά χαρίσματα
–    Μύτη εξαιρετική, δυνατή με πολύ λεπτή όσφρηση.
–    Φωνή βαρύγδουπη με τόνο ουρλιαχτού, όχι πολύ μπάσο, ούτε διαπεραστική, με πολύ χαρακτηριστικό καθαρό χρωματισμό και ωραίο ηχόχρωμα, εναλλάσσοντας την ανάλογα με τις φάσεις του κυνηγιού.
–    Eίναι ένας σκύλος με αδρά χαρακτηριστικά, σπεσιαλίστας στα βουνά, γρήγορος με καλή συνεχή κίνηση και καλπασμό. Ανθεκτικός με μεγάλη αντοχή και διάρκεια. Eίναι πανέξυπνος με πρωτοβουλία και επιμονή.  Ως εξαιρετικός κυνηγός αποφεύγει τα λάθη ή τα διορθώνει πολύ γρήγορα.
–    Εύκολος στην εκπαίδευση, χωρίς επιθετικότητα γενικώς, υπάκουος, πρόθυμος.
Κυνηγετική συμπεριφορά
–    Ιδανικός για το κυνήγι του λαγού, εργάζεται άριστα μόνος του ή σε ομάδα. Η άριστη μύτη του επιτρέπει να πλησιάζει γρήγορα και σίγουρα το γιατάκι και η ταχύτητά του να έχει τον έλεγχο στην καταδίωξη με πιστότητα. Επίσης έχει μεγάλη προθυμία, εξυπνάδα, επιμονή και ζήλο. Χρησιμοποιείται και στο κυνήγι του λαγού χωρίς όπλο μερικές φορές.
–    Είναι σπεσιαλίστας στο κυνήγι του ζαρκαδιού, που συνηθίζεται πολύ στη Γαλλία. Τελευταία χρησιμοποιείται και στο αγριογούρουνο, όπου τα καταφέρνει πολύ καλά.
Συμπεραίνουμε γενικώς ότι το Πορσελέν είναι ένας πολυτάλαντος ιχνηλάτης για όλα τα τριχωτά και όλα τα εδάφη, ικανοποιώντας και τις πιο ακραίες απαιτήσεις των κυνηγών.

9.8.8.5. Αριέγης  (Ariegeois)

Γενικά χαρακτηριστικά
Υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια στην μεσημβρινή Γαλλία και κυρίως στην περιοχή της Αριέγης προς τα Πυρηναία. Δημιουργήθηκε από διασταύρωση του Μπλε της Γασκώνης ή του Γασκώνης Σαιντόνζης με ντόπιους σκύλους που χρησιμοποιούσαν οι κυνηγοί της Αριέγης. Διατηρεί τα φυσικά χαρακτηριστικά των παραπάνω δυο φυλών, αλλά έχει μικρότερο ύψος και είναι πιο ελαφρύς.
Είναι ένας ιχνηλάτης με πολύ καλή κατασκευή για το κυνήγι του λαγού, δίνοντας μια εντύπωση ελαφράδας, σβελτάδας και κομψότητας. Τρυφερός και κοινωνικός σκύλος, έξυπνος και εύκολος στην εκπαίδευση υπακοής και εργασίας. Η εμπειρία έχει δείξει ότι η βασική εκπαίδευση πρέπει να ξεκινάει σε ηλικία 10-12 μηνών σε άγριο λαγό χωρίς τη βοήθεια άλλων έμπειρων ιχνηλατών. Το Αριέγης δεν χρειάζεται δασκάλους. Τα καταφέρνει μόνο του πολύ σε διάστημα 3-4 μηνών.
–    Το ύψος για τα αρσενικά είναι 52-58 εκατ. και για τα θηλυκά 50-56 εκατ.
–    Το κεφάλι του μας υπενθυμίζει ότι κατάγεται από τους μεγάλους γαλλικούς ιχνηλάτες, που αναπτύχθηκαν εδώ και πολλά χρόνια στη Γαλλία και συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα, χρησιμοποιούμενοι στο κυνήγι καταδίωξης  με άλογα κυρίως.
–    Το κρανίο ελαφρώς στρογγυλό, μέσου πλάτους με το ινιακό οστό λίγο καθορισμένο.
–    Η μουσούδα είναι ελαφρώς γαμψή κι έχει το ίδιο μήκος με το κρανίο.
–    Τα αυτιά είναι λεπτά, με πτυχές, χωρίς υπερβολικό μήκος, που πρέπει να φτάνουν έως την άκρη της μύτης και να «δένουν» χαμηλά στη γραμμή των ματιών.
–    Τα μάτια είναι σκούρα καφέ με βλέμα ζωηρό και εκδηλωτικό.
–    Τρίχωμα κοντό, λεπτό και σφιχτό.
–    Το χρώμα του είναι άσπρο με μαύρα μπαλώματα. Κόκκινο στα μάγουλα.
–    Έχει πολύ λεπτή όσφρηση, πολύ δυνατή φωνή, μακρόσυρτο ουρλιαχτό και στη Γαλλία θεωρείται ένας από τους άριστους ιχνηλάτες για το κυνήγι του λαγού.
Πρότυπο εργασίας
Φυσικά χαρίσματα
–    Μύτη δυνατή με πολύ λεπτή όσφρηση. Χρησιμοποιεί τον αέρα στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ντορός στο έδαφος.
–    Η φωνή του είναι ένα βαρύγδουπο ουρλιαχτό, πληθωρική με πλούσια τονικότητα και ήχο ρυθμικό.
–    Είναι ένας σκύλος με γρήγορη και σταθερή ταχύτητα, ανθεκτικότητα με μεγάλη αντοχή και διάρκεια. Είναι πολύ πρακτικός και επίμονος στην εργασία του. Εξαιρετικός κυνηγός, εύκολος στην εκπαίδευση, συνεργάσιμος στην ομάδα και υπάκουος στις εντολές.
Κυνηγετική συμπεριφορά
–    Ιδανικός για κυνήγι καταδίωξης με όπλο, εργάζεται άριστα μόνος του ή σε ομάδα.
–    Ειδικότητά του ο λαγός τον οποίο κυνηγάει με πολύ πάθος.
–    Λόγω καταγωγής είναι πολύ σταθερός και σίγουρος στο ντορό.
–    Στο ψάξιμο του ντορού αποφεύγει τις δυσκολίες, διαθέτοντας μεγάλη εξυπνάδα και διαίσθηση στην αναζήτηση των χναριών που οδηγούν εύκολα και γρήγορα στο γιατάκι του λαγού, τον οποίο ξεσηκώνει και καταδιώκει ασταμάτητα με αντοχή και μεγάλη ταχύτητα.
–    Εκτός από λαγό κυνηγάει άνετα και το αγριογούρουνο με μεγάλο κουράγιο και επιμονή που διαρκεί πολλές ώρες. Δεν επιτίθεται στο αγριογούρουνο, αλλά προσπαθεί να το κρατήσει σε απόσταση ασφαλείας (στάμπα).

9.8.8.6. Μεγάλο Μπλε της Γασκώνης  (Grand Bleu de Gascogne)

Γενικά χαρακτηριστικά
Πολύ εντυπωσιακός και αρχοντικός ιχνηλάτης, δίνει μια εντύπωση σταθερής και ήρεμης δύναμης, με ανωτερότητα και ευγένεια.
–    Το ύψος για τα’ αρσενικά είναι 65-72 εκατ. και για τα θηλυκά 62-68 εκατ.
–    Το κεφάλι είναι το πιο ενδεικτικό και αντιπροσωπευτικό σημείο του και μάλιστα από τα ωραιότερα κεφάλια που βλέπει κανείς σε ιχνηλάτη, που πιστοποιεί την ανώτερη καταγωγή. Είναι μεγάλο, δυνατό και αποφασιστικό αλλά χωρίς υπερβολές.
–    Το κρανίο του είναι θολωτό με το ινιακό οστό (καρούμπαλο) αρκετά καθορισμένο.
–    Η μουσούδα είναι ίσια και μερικές φορές ελαφρώς γαμψή.
–    Τα χείλη είναι κρεμαστά.
–    Τα αυτιά είναι λεπτά, με πτυχές, δένουν πολύ χαμηλά στη γραμμή των ματιών και πίσω.
–    Τα μάτια είναι σκούρα καφέ με βλέμα σίγουρο και λίγο μελαγχολικό.
–    Τρίχα κοντή, αρκετά χοντρή και σφιχτή.
–    Το χρώμα του με μικρές κηλίδες μαύρες σε φόντο άσπρο  και καμιά φορά με μαύρα μπαλώματα, έχει εμφάνιση μπλε-γκρίζου πολύ χαρακτηριστική. Κόκκινο στα μάγουλα, στα φρύδια σε σχήμα αμύγδαλου και στα πόδια.
Προικισμένο με άριστη και λεπτή όσφρηση, με πολύ ωραία, εκφραστική και βαρύγδουπη φωνή είναι ο ιδανικός ιχνηλάτης για μεγάλα ζώα (αγριογούρουνο, ελάφι, ζαρκάδι). Χρησιμοποιεί στην ιχνηλασία και τον αέρα στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ντορός στο έδαφος.
Ιστορικά στοιχεία
Είναι πολύ αρχαία ράτσα, συνυπάρχει με το Σαιντ-Υμπερ και στον 14ο αιώνα αποτελεί την αγέλη του Gaston Phoebus, κόμη του Foix , ο οποίος τα χρησιμοποιεί στο κυνήγι του λύκου, της αρκούδας και του αγριογούρουνου. Η ράτσα είναι πολύ διαδεδομένη στην μεσημβρινή και την νοτιοδυτική Γαλλία και ιδιαίτερα στην Γασκώνη απ’ όπου πήρε και το όνομα. Είναι ο πρόγονος όλων των φυλών που αναπτύχθηκαν στην μεσημβρινή Γαλλία.
Πρότυπο εργασίας
Φυσικά χαρίσματα
–    Μύτη δυνατή με πολύ λεπτή όσφρηση.
–    Φωνή βαρύγδουπο ουρλιαχτό, πληθωρική με βαθύ και βαρύ τόνο, ωραία ηχητική χροιά και χρωματισμό πολύ χαρακτηριστικό.
–    Βηματισμός σχετικά γρήγορος αλλά συνεχής, με ανθεκτικότητα και μεγάλη αντοχή
–    Από ψυχολογική άποψη είναι πολύ πρακτικός και επίμονος στην εργασία του.
–    Εξαιρετικός κυνηγός.
–    Ζωηρός και θαρραλέος χωρίς επιθετικότητα.
–    Εύκολος στην εκπαίδευση, συνεργάσιμος στην ομάδα και υπάκουος στις εντολές.
Κυνηγετική συμπεριφορά
–    Ιδανικός για κυνήγι καταδίωξης μεγάλων ζώων, αλλά και σε κυνήγι με όπλο εργάζεται άριστα μόνος του ή σε ομάδα.
–    Λόγω καταγωγής, πρώτα απ’ όλα είναι πολύ σταθερός και σίγουρος στο ντορό. Μόλις επισημάνει τις πρώτες ενδείξεις του ντορού, αρχίζει το γάβγισμα μέχρι να ξεσηκώσει το ζώο απ’ το γιατάκι.
–    Συνήθως κολλάει στο ντορό και έτσι η έρευνά του φαίνεται λίγο χρονοβόρα, αλλά όμως είναι σίγουρη και αποτελεσματική ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες.
–    Είναι σπεσιαλίστας στις δυσκολίες, ελέγχει όλες τις φάσεις και τις διακλαδώσεις του ντορού με λεπτομέρεια, αποφεύγοντας τα λάθη πράγμα που φαίνεται όταν περιορίζει την ταχύτητά του.
–    Οταν κυνηγάει το αγριογούρουνο, το κουράγιο του τον επιτρέπει να κρατάει αυτό το ζώο σε στάμπα για πολύ ώρα, γαβγίζοντας συνεχώς χωρίς να επιτίθεται.
–    Ενώνεται ενστικτωδώς και ακολουθεί τα σκυλιά που ηγούνται της αγέλης, κυνηγώντας πολύ καλά μέσα στην ομάδα.

9.8.8.6. Μικρό Μπλε της Γασκώνης (Petit Bleu de Gascogne)

Γενικά χαρακτηριστικά
Το Μικρό Μπλε της Γασκώνης είναι η μεσαία ποικιλία (briquet) του Μεγάλου από την άποψη των αναλογιών. Γερός και δυνατός σκύλος χωρίς μεγάλο βάρος.
–    Το ύψος για τα’ αρσενικά είναι 52-58εκατ. και για τα θηλυκά 50-56 εκατ.
–    Το κεφάλι του είναι πιο ραφιναρισμένο απ’ ότι στο Μεγάλο, αρκετά μακρύ και περισσότερο ελαφρύ.
–    Το κρανίο του είναι θολωτό με το ινιακό οστό (καρούμπαλο) λιγότερο καθορισμένο.
–    Η μουσούδα είναι ελαφρώς γαμψή.
–    Τ’ αυτιά είναι λεπτά, με πτυχές, δένουν πολύ χαμηλά στη γραμμή των ματιών και πίσω.
–    Τα μάτια είναι σκούρα καφέ με βλέμα γλυκό και μελαγχολικό.
–    Τρίχα κοντή, αρκετά χοντρή και σφιχτή.
–    Το χρώμα του με μικρές κηλίδες μπλε σε φόντο άσπρο  και μαύρα μπαλώματα, έχει εμφάνιση μπλε-γκρίζου πολύ χαρακτηριστική. Κόκκινο ή κοκκινωπό στα μάγουλα, στα φρύδια σε σχήμα αμύγδαλου και στα πόδια.
Είναι προικισμένος με άριστη όσφρηση, με πολύ ωραία και βαρύγδουπη φωνή, πολύ εργατικός και υπάκουος σκύλος, συνεργάζεται άνετα σε αγέλη και  είναι ο ιδανικός ιχνηλάτης για το λαγό, αλλά και για το ζαρκάδι και το αγριογούρουνο. Χρησιμοποιεί στην ιχνηλασία και τον αέρα στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ντορός στο έδαφος.
Ιστορικά στοιχεία
Η ράτσα είναι πολύ διαδεδομένη στην μεσημβρινή Γαλλία εδώ και πολλά χρόνια και ιδιαίτερα στην Γασκώνη απ’ όπου πήρε και το όνομα. Προέρχεται άμεσα απ’ το Μεγάλο Μπλε , έπειτα από ειδική επιλογή στις διαστάσεις και το βάρος για να χρησιμοποιηθεί κυρίως στο λαγό.
Πρότυπο εργασίας
Φυσικά χαρίσματα
–    Μύτη δυνατή με πολύ λεπτή όσφρηση.
–    Φωνή βαρύγδουπο ουρλιαχτό, πληθωρική με βαθύ και βαρύ τόνο, ωραία ηχητική χροιά και χρωματισμό πολύ χαρακτηριστικό.
–    Βηματισμός σχετικά μέτριος αλλά συνεχής, με ανθεκτικότητα και μεγάλη αντοχή.
–    Από ψυχολογική άποψη είναι πολύ πρακτικός και επίμονος στην εργασία του.
–    Εξαιρετικός κυνηγός.
–    Ζωηρός και θαρραλέος χωρίς επιθετικότητα.
–    Εύκολος στην εκπαίδευση, συνεργάσιμος στην ομάδα και υπάκουος στις εντολές.
Κυνηγετική συμπεριφορά
–    Ιδανικός για κυνήγι με όπλο αλλά προσαρμόζεται εύκολα και σε ομαδικό κυνήγι καταδίωξης, εργάζεται άριστα μόνος του ή σε ομάδα.
–    Λόγω καταγωγής, πρώτα απ’ όλα είναι πολύ σταθερός και σίγουρος στο ντορό.
–    Μόλις επισημάνει τις πρώτες ενδείξεις του ντορού, αρχίζει το γάβγισμα μέχρι να ξεσηκώσει το ζώο απ’ το γιατάκι.
–    Συνήθως κολλάει στο ντορό, αλλά παρόλα αυτά δεν αργοπορεί πολύ γιατί ξεκαθαρίζει το ντορό με σιγουριά και φτάνει στο γιατάκι πολύ γρήγορα με χαρακτηριστική πρωτοβουλία.
–    Είναι σπεσιαλίστας στις δυσκολίες, ελέγχει όλες τις φάσεις και τις διακλαδώσεις του ντορού με λεπτομέρεια, αποφεύγοντας τα λάθη πράγμα που φαίνεται όταν περιορίζει την ταχύτητά του.
–    Κυνηγάει και άλλα μεγάλα ζώα και ιδιαίτερα στο αγριογούρουνο, το κουράγιο του τον επιτρέπει να κρατάει αυτό το ζώο σε στάμπα για πολύ ώρα, γαβγίζοντας συνεχώς χωρίς να επιτίθεται.
–    Ενώνεται ενστικτωδώς και ακολουθεί τα σκυλιά που ηγούνται της αγέλης, κυνηγώντας πολύ καλά μέσα στην ομάδα.
Περιγραφή προτύπου
–    Κεφάλι: Μακρύ και ελαφρό. Σπάσιμο μετώπου ελαφρώς τονισμένο.
–    Κρανίο: Λεπτό και στενό, σχήμα αβγοειδές με τονισμένη ινιακή προεξοχή.
–    Μάτια: Καστανά με μαύρα βλέφαρα.
–    Μουσούδα: Μακριά, δυνατή, λίγο κυρτή στο ρύγχος.
–    Μύτη:  Χρώμα μαύρο, δυνατή  και ανοιχτή.
–    Χείλια: Λίγο παχιά με καλή ανάπτυξη.
–    Αυτιά: Λεπτά, λίγο κυματιστά και μακριά, δεμένα χαμηλά, πρέπει να φτάνουν στην άκρη της μύτης και να την ξεπερνούν.
–    Ράχη: Ανοιχτή, δυνατή και λίγο κυρτή.
–    Νεφρά – οσφύς:  Πλατιά και δρεπανωτή ελαφρώς.
–    Λαιμός: Μεσαίο μέγεθος, με προγούλι.
–    Ωμοπλάτες: Μακριές, κολλημένες στο στήθος.
–    Στήθος:  Πολύ βαθύ και στενό. Πλευρά επίπεδα.
–    Σκέλη:  Μπροστινά σκέλη ίσια, δυνατά αντιβράχια, χοντρούς τένοντες και επίπεδα. Γοφοί πολύ λοξοί, πλατύς, ρωμαλέοι. Ιγνύες φαρδιές και δυνατές.  Πόδια σφιχτά, στρογγυλά. Πέλματα σκληρά, δάχτυλα λεπτά, νύχια μαύρα. Μηροί πολύ μυώδεις.
–    Ουρά: Μακριά και λεπτή, μερικές φορές γυρισμένη προς τα πάνω σαν δρεπάνι.
–    Τρίχωμα:  Τρίχα σχετικώς χοντρή, μεσαίο μέγεθος. Το δέρμα στα χείλη, στον ουρανίσκο και στους εσωτερικούς βλεννογόνους είναι μαύρο ή με μαύρες πλάκες.
–    Το  χρώμα του τριχώματος είναι μπλε ή άσπρο με μαύρες κηλίδες και στίγματα. Κοκκινωπές κηλίδες στο κεφάλι, το εσωτερικό μέρος των αυτιών και των σκελών.

9.8.8.8. Γκριφόν Μπλε της Γασκώνης (Griffon Bleu de Gascogne)

Γενικά χαρακτηριστικά
Το Γκριφόν Μπλε της Γασκώνης έχει γεροδεμένο σκελετό και αγροτική εμφάνιση, που μας υπενθυμίζει άμεσα το Γκριφόν και το Μπλε της Γασκώνης απ’ τα οποία και κατάγεται. Είναι σκύλος ρωμαλέος και εύρωστος, αλλά χωρίς χαλαρότητα και βάρος.
–    Το ύψος για τα’ αρσενικά είναι 50-57 εκατ. και για τα θηλυκά 48-55 εκατ.
–    Το κεφάλι του πολύ εκφραστικό, με κρανίο στρογγυλό και όχι πολύ φαρδύ.
–    Τ’ αυτιά δένουν πίσω και είναι λιγότερο μακριά και πτυχωτά απ’ ότι στα άλλα Μπλε.
–    Τα μάτια είναι σκούρα καφέ ή χρυσοκάστανα, με βλέμα που δηλώνει πάθος και ζωηράδα.
–    Τρίχα σκληρή και τραχιά, περίπου ίσια στο κορμί, ποτέ χνουδάτη και κατσαρή, λίγο κυματιστή στα μπούτια και το στήθος.
–    Το χρώμα του με κηλίδες και πιτσιλιές άσπρες και μαύρες και μαύρα μπαλώματα, περισσότερο ή λιγότερα απλωμένα στο σώμα. Κιτρινοκόκκινο αχνό στα μάγουλα, στα φρύδια σε σχήμα αμύγδαλου και στα πόδια.
–    Είναι προικισμένος με άριστη όσφρηση, με πολύ ωραία και δυνατή φωνή, έχει μεγάλο κουράγιο, δύναμη, θάρρος και πάθος για το κυνήγι. Γι’ αυτό το λόγο σήμερα στη Γαλλία είναι περιζήτητος για το λαγό και το αγριογούρουνο κυρίως.
Ιστορικά στοιχεία
Υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια στην Νότιο-Δυτική Γαλλία και ιδιαίτερα στην Γασκώνη. Προήλθε από διασταύρωση ενός Γκριφόν και ενός Μπλε της Γασκώνης. Εκτιμάται ιδιαίτερα για την πολύ καλή μύτη και την μεγάλη εργατικότητα και αντοχή στο κυνήγι, γι’ αυτό το λόγο η ράτσα γνωρίζει σήμερα μια σημαντική αναγέννηση και εξάπλωση στη Γαλλία.
Πρότυπο εργασίας
Φυσικά χαρίσματα
–    Μύτη δυνατή με πολύ λεπτή όσφρηση.
–    Φωνή βαρύγδουπο ουρλιαχτό, πληθωρική με βαθύ και βαρύ τόνο, ωραία ηχητική χροιά και χρωματισμό πολύ χαρακτηριστικό.
–    Βηματισμός αρκετά γρήγορος αλλά συνεχής, με ανθεκτικότητα και μεγάλη αντοχή.
–    Είναι πολύ πρακτικός και επίμονος στην εργασία του. Εξαιρετικός κυνηγός. Ζωηρός και θαρραλέος, αλλά υπάκουος στις εντολές.
Κυνηγετική συμπεριφορά
–    Ιδανικός για κυνήγι με όπλο αλλά προσαρμόζεται εύκολα και σε ομαδικό κυνήγι καταδίωξης του λαγού ή του αγριογούρουνου, εργάζεται άριστα μόνος του ή σε ομάδα.
–    Λόγω καταγωγής, πρώτα απ’ όλα είναι πολύ σταθερός και σίγουρος στο ντορό.
–    Μόλις επισημάνει τις πρώτες ενδείξεις του ντορού, αρχίζει το περιοδικό γάβγισμα το οποίο γίνεται έντονο όταν πλησιάζει πολύ κοντά το γιατάκι για να ξεσηκώσει το ζώο.
–    Στην έρευνα δείχνει μεγάλη πρωτοβουλία και εξυπνάδα χωρίς να φλυαρεί επιπόλαια στα ίχνη του ντορού.
–    Είναι σπεσιαλίστας στις δυσκολίες, ελέγχει όλες τις φάσεις και τις διακλαδώσεις του ντορού με λεπτομέρεια, αποφεύγοντας τα λάθη.
–    Κυνηγάει ιδιαίτερα το αγριογούρουνο, το οποίο κρατάει σε στάμπα για πολύ ώρα, γαβγίζοντας συνεχώς χωρίς να επιτίθεται.

9.8.8.9. Μπασέ Μπλε της Γασκώνης (Basset Bleu de Gascogne)

Γενικά χαρακτηριστικά
Το Μπασέ Μπλε της Γασκώνης είναι η κοντή ποικιλία των δυο άλλων τύπων, από την άποψη των αναλογιών. Γερός και δυνατός σκύλος χωρίς μεγάλο βάρος.
–    Το ύψος για τα αρσενικά και τα θηλυκά είναι 34-38 εκατ.
–    Το κεφάλι του τυπικό, σαν το Μεγάλο Μπλε της Γασκώνης.
–    Το κρανίο του είναι μέσου πλάτος, με το ινιακό οστό (καρούμπαλο) λιγότερο εμφανές.
–    Η μουσούδα είναι μακριά και ελαφρώς γαμψή.
–    Τ’ αυτιά είναι λεπτά, με πτυχές, δένουν πολύ χαμηλά στη γραμμή των ματιών και πολύ πίσω.
–    Τα μάτια είναι σκούρα καφέ με βλέμα γλυκό.
–    Τρίχα κοντή, αρκετά χοντρή και σφιχτή.
–    Το χρώμα του με μικρές κηλίδες μπλε σε φόντο άσπρο  και μαύρα μπαλώματα, έχει εμφάνιση μπλε-γκρίζου πολύ χαρακτηριστική. Κόκκινο ή κοκκινωπό στα μάγουλα, στα φρύδια σε σχήμα αμύγδαλου και στα πόδια.
Είναι προικισμένος με άριστη όσφρηση, με πολύ ωραία και βαρύγδουπη φωνή, πολύ εργατικός και υπάκουος σκύλος. Είναι ιδανικός ιχνηλάτης για το λαγό και το ζαρκάδι.
Ιστορικά στοιχεία
Όπως τα μεγάλα αδέλφια του, το Μπασέ είναι πολύ διαδεδομένο στην μεσημβρινή Γαλλία και ιδιαίτερα στη Γασκώνη. Προέρχεται άμεσα απ’ τις άλλες δυο ποικιλίες , έπειτα από ειδική επιλογή στις διαστάσεις και το βάρος για να χρησιμοποιηθεί για μικρό τριχωτό θήραμα και κυρίως στο λαγό.
Πρότυπο εργασίας
Φυσικά χαρίσματα
–    Μύτη δυνατή με πολύ λεπτή όσφρηση.
–    Η φωνή του είναι ένα βαρύγδουπο ουρλιαχτό, πληθωρική με βαθύ και βαρύ τόνο, ωραία ηχητική χροιά και χρωματισμό πολύ χαρακτηριστικό.
–    Βηματισμός σχετικά αργός αλλά συνεχής, με ανθεκτικότητα και μεγάλη αντοχή.
–    Είναι πολύ πρακτικός και επίμονος στην εργασία του, εξαιρετικός κυνηγός, ζωηρός και θαρραλέος, αλλά υπάκουος στις εντολές.
Κυνηγετική συμπεριφορά
–    Ιδανικός για κυνήγι με όπλο, προσαρμόζεται εύκολα σε ομαδικό κυνήγι καταδίωξης του αγριοκούνελου, εργάζεται άριστα μόνος του ή σε ομάδα.
–    Λόγω καταγωγής, πρώτα απ’ όλα είναι πολύ σταθερός και σίγουρος στο ντορό. Μόλις επισημάνει τις πρώτες ενδείξεις του ντορού, αρχίζει το γάβγισμα μέχρι να ξεσηκώσει το ζώο απ’ το γιατάκι. Συνήθως κολλάει στο ντορό, αλλά παρόλα αυτά ξεκαθαρίζει το ντορό με σιγουριά ιδιαίτερα σε πυκνά και θαμνώδη μέρη, όπου τρυπώνει με μεγάλη ευκολία. Είναι ειδικός στις δυσκολίες, ελέγχει όλες τις φάσεις και τις διακλαδώσεις του ντορού με λεπτομέρεια, αποφεύγοντας τα λάθη.

9.8.8.10. Μεγάλο Γασκώνης Σαιντόνζης (Grand Gascon Saintongeois)

Γενικά χαραστηριστικά
Εντυπωσιακός και ωραίος ιχνηλάτης με πολύ καλή κατασκευή και δομή, δίνει εντύπωση δύναμης και κομψότητας.
–    Το ύψος για τα αρσενικά είναι 65-72 εκατ. και για τα θηλυκά 62-68 εκατ.
–    Το κεφάλι του είναι το ίδιο με το Μεγάλο Μπλε της Γασκώνης, αλλά πρέπει να είναι περισσότερο ξερό και μακρύ.
–    Το κρανίο του είναι θολωτό, περισσότερο στενό,  με το ινιακό οστό σαφώς καθορισμένο.
–    Η μουσούδα είναι ίσια και μερικές φορές ελαφρώς γαμψή κι έχει το ίδιο μήκος με το κρανίο.
–    Τα πάνω χείλη κρεμαστά, πρέπει να καλύπτουν τα κάτω.
–    Τα αυτιά είναι λεπτά, με πτυχές, δένουν χαμηλά στη γραμμή των ματιών και προς τα πίσω.
–    Τα μάτια είναι καφέ με βλέμα εκφραστικό και γλυκό.
–    Τρίχωμα κοντό, λεπτό και σφιχτό.
–    Το χρώμα του είναι άσπρο με αχνές μαύρες κηλίδες, συνήθως μαύρα αυτιά με κόκκινο στα μάγουλα και στα φρύδια.
–    Έχει άριστη όσφρηση, πολύ ωραία φωνή και στη Γαλλία θεωρείται άριστος ιχνηλάτης για το κυνήγι του αγριογούρουνου, του ελαφιού, του ζαρκαδιού και φυσικά του λαγού.
Ιστορικά στοιχεία
Η ράτσα είναι διαδεδομένη στη μεσημβρινή και στη Νότιο-Δυτική Γαλλία. Δημιουργήθηκε απ’ τον κόμη De Carayon Latour τον 19ο αιώνα, διασταυρώνοντας το Μεγάλο Μπλε της Γασκώνης με τα Άσπρα σκυλιά της Σαιντόνζης, για να δημιουργήσει έναν ιχνηλάτη, που έχει ταυτόχρονα την ποιότητα της όσφρησης και όλα τα άλλα κυνηγετικά στοιχεία του Μεγάλου Μπλε της Γασκώνης με τη φυσική αντοχή του σκύλου της Σαιντόνζης.
Πρότυπο εργασίας
Φυσικά χαρίσματα
–    Μύτη δυνατή με πολύ λεπτή όσφρηση.
–    Η φωνή του είναι βαρύγδουπο ουρλιαχτό, πληθωρική με βαθύ και βαρύ τόνο, ωραία ηχητική χροιά και χρωματισμό πολύ χαρακτηριστικό.
–    Βηματισμός κανονικός και συνεχής, με ανθεκτικότητα και μεγάλη αντοχή.
–    Είναι πολύ πρακτικός και επίμονος στην εργασία του, εξαιρετικός κυνηγός, ζωηρός και θαρραλέος χωρίς επιθετικότητα. Εύκολος στην εκπαίδευση, συνεργάσιμος στην ομάδα και υπάκουος στις εντολές.
Κυνηγετική συμπεριφορά
–    Ιδανικός για κυνήγι καταδίωξης μεγάλων ζώων, εργάζεται άριστα μόνος του ή σε ομάδα.
–    Λόγω καταγωγής, πρώτα απ’ όλα είναι πολύ σταθερός και σίγουρος στο ντορό και πολύ γρήγορος στο πλησίασμα. Μόλις επισημάνει τις πρώτες ενδείξεις του ντορού, αρχίζει το περιοδικό γάβγισμα το οποίο αυξάνεται ή ελαττώνεται ανάλογα με την ένταση του φρέσκου ντορού μέχρι να ξεσηκώσει το ζώο απ’ το γιατάκι. Συνήθως κολλάει στο ντορό και έτσι η έρευνά του φαίνεται λίγο χρονοβόρα, αλλά όμως είναι σίγουρη και αποτελεσματική ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Είναι ειδικός στις δυσκολίες, ελέγχει όλες τις φάσεις και τις διακλαδώσεις του ντορού με λεπτομέρεια, αποφεύγοντας τα λάθη πράγμα που φαίνεται όταν περιορίζει την ταχύτητά του.
–    Στο κυνήγι του αγριόχοιρου δείχνει μεγάλο κουράγιο που του επιτρέπει να κρατάει αυτό το ζώο σε στάμπα για πολύ ώρα, γαβγίζοντας συνεχώς χωρίς να επιτίθεται.  Ενώνεται ενστικτωδώς και ακολουθεί τα σκυλιά που ηγούνται της αγέλης, κυνηγώντας πολύ καλά μέσα στην ομάδα
Περιγραφή προτύπου
–    Ισχνό και λεπτό κεφάλι με μακρουλό σχήμα.  Σπάσιμο μετώπου ελαφρώς τονισμένο.
–    Μακρουλό κρανίο σε σχήμα θόλου, με έντονη ινιακή προεξοχή.
–    Μάτια καστανά τα οποία τα μισοκλείνει μερικές φορές
–    Ρύγχος μακρύ, ελαφρώς κυρτό.
–    Μύτη χρώματος μαύρο, ανοιχτή και πολύ αναπτυγμένη.
–    Αυτιά λεπτά,  κυματιστά και μακριά. Η βάση τους αρχίσει πάνω απ’ τη γραμμή του ματιού. Πρέπει να φτάνουν στην άκρη της μύτης.
–    Ράχη μακριά, «δεμένη» καλά στο σώμα.
–    Νεφρά – οσφύς: Λίγο μακριά, ελαφρώς φουσκωτή και μυώδης.
–    Λαιμός μεσαίου μεγέθους, παχύς.
–    Ωμοπλάτες μακριές και πολύ μυώδεις.
–    Στήθος βαθύ, πολύ κατεβασμένο. Πλευρά λίγο κοντά.
–    Μπροστινά σκέλη ίσια και πλατιά, δυνατά αντιβράχια, χοντρούς τένοντες. Γοφοί οριζόντιοι. Ιγνύες κοντά στη γη.  Πόδια με σχήμα αβγοειδές. Πέλματα σκληρά. Μηροί γεμάτοι.
–    Ουρά μακριά και λεπτή με σχήμα στρογγυλό.
–    Τρίχα κοντή και σφιχτή. Το δέρμα έχει χρώμα ροζ κάτω απ’ το άσπρο τρίχωμα και μαύρο κάτω από μαύρο τρίχωμα.  Το  χρώμα του τριχώματος είναι σε φόντο άσπρο με μαύρες κηλίδες και μπαλώματα. Μερικές φορές το μαύρο είναι περισσότερο απ’ το άσπρο. Κοκκινωπές κηλίδες στο χρώμα της φωτιάς υπάρχουν στα μάγουλα και πάνω απ’ τα μάτια (ελιές). Συχνά, πίσω στους μηρούς, υπάρχει μια γκριζοπράσινη κηλίδα, που λέγεται «στίγμα του ζαρκαδιού» και είναι χαρακτηριστικό της ράτσας.

9.8.8.11. Μικρό Γασκώνης Σαιντόνζης (Petit Gascon Saintongeois)

Γενικά χαρακτηριστικά
Είναι η μεσαία ποικιλία (μπρικέ) του Μεγάλου και μορφολογικά είναι το ίδιο με το Μεγάλο, απλώς διαφέρει στις διαστάσεις.
–    Το ύψος για τα’ αρσενικά είναι 52-58 εκατ. και για τα θηλυκά 50-56 εκατ. Επειδή το Μεγάλο χρησιμοποιείται κυρίως για κυνήγι καταδίωξης μεγάλων ζώων, χωρίς όπλο (Chasse à courre), οι Γάλλοι  δημιούργησαν το Μικρό κατ’ ευθείαν απ’ το Μεγάλο με επιλεκτική αναπαραγωγή και επιλογή, το οποίο χρησιμοποιείται για το κυνήγι μικρών θηραμάτων και ειδικά του λαγού με όπλο (Chasse à tir). Βέβαια τα προσόντα του είναι τόσα πολλά, ώστε να χρησιμοποιείται και στο κυνήγι του ελαφιού, του ζαρκαδιού και του αγριογούρουνου.
–    Το κρανίο του είναι θολωτό, στενό,  με το ινιακό οστό σαφώς καθορισμένο.
–    Η μουσούδα είναι ίσια, μερικές φορές ελαφρώς γαμψή κι έχει το ίδιο μήκος με το κρανίο.
–    Τα πάνω χείλη κρεμαστά, πρέπει να καλύπτουν τα κάτω.
–    Τα αυτιά είναι λεπτά, με πτυχές, δένουν χαμηλά στη γραμμή των ματιών και προς τα πίσω.
–    Τα μάτια είναι καφέ με βλέμα εκφραστικό και γλυκό.
–    Τρίχωμα κοντό, λεπτό και σφιχτό.
–    Το χρώμα του είναι άσπρο με αχνές μαύρες κηλίδες, συνήθως μαύρα αυτιά με κόκκινο στα μάγουλα και στα φρύδια.
–    Ήρεμος και τρυφερός σκύλος, πολύ υπάκουος, πράγμα που κάνει πολύ εύκολη την εκπαιδευσή του.
–    Έχει άριστη όσφρηση, πολύ ωραία φωνή και στη Γαλλία θεωρείται άριστος ιχνηλάτης για το κυνήγι του λαγού.
Πρότυπο εργασίας
Φυσικά χαρίσματα
–    Μύτη δυνατή με πολύ λεπτή όσφρηση.
–    Η φωνή του μοιάζει με ουρλιαχτό, με τόνο βαθύ και μπάσο, με πολύ χαρακτηριστικό ρυθμικό ήχο .
–    Από φυσική άποψη είναι ένας σκύλος με κανονική και σταθερή ταχύτητα, μεγάλη αντοχή και διάρκεια.
–    Είναι πολύ πρακτικός και επίμονος στην εργασία του, εξαιρετικός κυνηγός, εύκολος στην εκπαίδευση, χωρίς επιθετικότητα γενικά.
Κυνηγετική συμπεριφορά
–    Ιδανικός για κυνήγι καταδίωξης, εργάζεται άριστα μόνος του ή σε ομάδα.
–    Ειδικότητά του ο λαγός τον οποίο κυνηγάει με πολύ πάθος.
–    Λόγω καταγωγής, έχει όλα τα εξαιρετικά προσόντα του Μεγάλου Γασκώνης Σαιντόνζης, που τον βοηθούν να είναι πολύ σταθερός και σίγουρος στο ντορό. Στο ψάξιμο του ντορού αποφεύγει τις δυσκολίες, αποδεικνύοντας μεγάλη εξυπνάδα και διαίσθηση στην αναζήτηση των χναριών που οδηγούν εύκολα και γρήγορα στο γιατάκι του λαγού, τον οποίο ξεσηκώνει και καταδιώκει ασταμάτητα με αντοχή και μεγάλη διάρκεια.
–    Εκτός από λαγό κυνηγάει και το αγριογούρουνο με μεγάλο κουράγιο και επιμονή που διαρκεί πολλές ώρες. Δεν επιτίθεται στο αγριογούρουνο, αλλά προσπαθεί να το κρατήσει σε απόσταση ασφαλείας (στάμπα).

9.8.8.12. Γκριφόν Νιβερναί (Griffon Nivernais)

Το Γκριφόν Νιβερναί είναι γνήσια γαλλική ράτσα, κατ’ ευθείαν απόγονος του «Γκρίζου Σκύλου», που ήταν πολύ γνωστός και αγαπητός στα Βαλκάνια μετά την 4η Σταυροφορία. Επίσης έχει δεχθεί και στοιχεία απ’ το Σεγκούτσιο, που επηρέασαν σε κάποιο βαθμό τη μορφολογία του.
Γενική εμφάνιση
–    Έντονη αγροτική εμφάνιση με το μαλλιαρό και θαμνώδες τρίχωμα, που με την πρώτη ματιά μας δίνει την εντύπωση «κακογραφίας και καλικαντζούρας», που όμως είναι το τυπικό χαρακτηριστικό της ράτσας.
–    Πόδια στεγνά και πολύ μυώδη, προορισμένα περισσότερο για σκληρή δουλειά και όχι για ταχύτητα.
–    Βλέμμα λίγο θλιμμένο, αλλά όχι φοβισμένο.
Χρήση – εξέλιξη
Πριν τη Γαλλική Επανάσταση, χρησιμοποιούταν για το κυνήγι του λύκου και του αγριογούρουνου. Οι διάφορες διασταυρώσεις, είχαν σαν αποτέλεσμα και πολλούς τύπους χρωμάτων, που υπάρχουν ακόμα και σήμερα.  Αναγνωρίστηκε  το 1922 (FCI No 17) και το 1925 δημιουργήθηκε το πρώτο Club du Griffon Nivernais. Χάρη στις ενέργειες του Club, το Γκριφόν Νιβερναί είναι διαδεδομένο σ’ όλες τις δασώδεις περιοχές της Γαλλίας, όπου χρησιμοποιείται για το αγριογούρουνο κυρίως, αλλά η φήμη του έχει φτάσει και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως Ιταλία, Ισπανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Γερμανία.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά
–    Πολύ έξυπνος σκύλος, προικισμένος με λεπτή όσφρηση. Χαρακτηριστικό του η μεγάλη αντοχή και η δύναμη. Σκληραγωγημένος λαμβάνει πρωτοβουλία στο κυνήγι, που τον κάνει πολύ αποτελεσματικό στην εργασία του. Τέσσερα έως πέντε Νιβερναί κάνουν τη δουλειά δεκαπέντε άλλων σκύλων, ακολουθώντας τον ντορό με μεγάλη σιγουριά και σταθερότητα ακόμα και στα πιο δύσκολα εδάφη, όπου τα άλλα σκυλιά εγκαταλείπουν την προσπάθεια. Εκτός απ’ το αγριογούρουνο, που αποδεδειγμένα είναι ανυπέρβλητος, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τα υπόλοιπα τριχωτά θηράματα με την ίδια επιτυχία, Το πάθος και η ενεργητικότητά του τον κάνουν λίγο ανυπάκουο και απειθάρχητο και γι αυτό το λόγο χρειάζεται αυστηρότητα στην εκπαίδευση υπακοής που πρέπει να γίνεται από μικρή ηλικία.
Πρότυπο εργασίας
Φυσικά χαρίσματα
–    Μύτη δυνατή με πολύ λεπτή όσφρηση.
–    Φωνή ηχηρή, πληθωρική, με τόνο βαθύ και μπάσο, μερικές φορές διαπεραστική. Σε γενικές γραμμές δυνατή και μερικές φορές σαν ουρλιαχτό.
–    Είναι  αρκετά γρήγορος, με αντοχή και διάρκεια. Επίσης είναι πρακτικός και επίμονος στην εργασία του. Εξαιρετικός κυνηγός, με μεγάλο θάρρος και πρωτοβουλία.
–    Ανεξάρτητος γενικώς  και συνεπώς δύσκολα εντάσσεται σε αγέλη σκύλων  για το μεγάλο κυνήγι καταδίωξης που συνηθίζεται στη Γαλλία.
Κυνηγετική συμπεριφορά
–    Μεγάλες ικανότητες στα δύσκολα εδάφη (πυκνά, άγρια, απόκρημνα). Επηρεάζεται αρνητικά απ’ τη ζέστη. Είναι γενικώς προσαρμοσμένος σε κυνήγι με όπλο και με τη συμμετοχή 3-5 σκυλιών παρά σε μεγάλες ομάδες.
–    Μπορεί να κυνηγήσει όλα τα τριχωτά, αλλά εχει καθαρή προτίμηση στο αγριογούρουνο, το οποίο κυνηγάει με πάθος και σιγουριά. Κρατάει πολύωρη στάμπα και οι επιθέσεις του είναι μετρημένες εκεί που καταλαβαίνει ότι έχει το πλεονέκτημα με το μέρος του.
–    Η φωνή του αλλάζει αναλόγως με την εξέλιξη του κυνηγίου. Αναπτύσσεται προοδευτικά κατά το πλησίασμα και τη στάμπα και εξελίσσεται σε ουρλιαχτό μερικές φορές. Στο ξεσήκωμα και στην καταδίωξη αλλάζει ελαφρώς τον τόνο και την ένταση, συνεχίζοντας σε κανονικό ρυθμό στο επόμενο χρονικό διάστημα της καταδίωξης.
Διαστάσεις
Για τα αρσενικά το ύψος κυμαίνεται από 55-60 εκατοστά, ενώ για τα θηλυκά από 53-58 εκατοστά. Επιτρέπεται μια ανοχή +2 εκατοστά και για τα δυο φύλα όταν κάποιο σκυλί έχει χαρακτηριστεί  «εξαίρετο» από επίσημο κριτή.

9.8.8.13. Μπηγκλ Χάριερ  (Beagle Harrier)

Γενική εμφάνιση
–    Μικρός γαλλικός σκύλος, με πολύ καλές σωματικές αναλογίες. Γεροδεμένος και κομψός, πιο ψηλός και γρήγορος από το Μπηγκλ, ελαφρύς και λυγερός.
–    Κεφάλι λιγότερο στρογγυλό και όχι τόσο έντονο ρινομετωπικό stop από του Μπηγκλ.
–    Κρανίο οριζόντιο με ινιακή προεξοχή  ελάχιστα τονισμένη.
–    Μάτια σκούρου χρώματος με μικρότερο μέγεθος από του Μπηγκλ.
–    Το μήκος της μουσούδας είναι ίσο με το μήκος του κρανίου. Δεν πρέπει να έχει  σχήμα τετράγωνο. Κοιτάζοντας τη μουσούδα σε προφίλ, πρέπει να λεπταίνει στην άκρη, αλλά να μην είναι μυτερή. Ρύγχος ίσιο και ποτέ κυρτό. Ακρορρίνιο μαύρο και αναπτυγμένο. Ρουθούνια ανοιχτά.
–    Αυτιά σχεδόν επίπεδα, σε σχήμα V. Το μήκος τους δεν ξεπερνάει το μήκος της μουσούδας. Δεμένα πάνω από τη γραμμή του ματιού.
–    Στήθος πολύ κατεβασμένο, εκτείνεται προς τα πίσω. Πλευρά μακριά
–    Ράχη κοντή, μυώδης. Οσφύς πολύ δυνατή, λίγο τοξωτή, πλατιά και γερή.
–    Μηροί παχείς και μυώδεις. Γοφοί πολύ λοξοί, δυνατοί.
–    Μπροστινά σκέλη ίσια. Πίσω πολύ μυώδη και δυνατά. Ιγνύες κοντά στη γη, ελαφρώς λοξές.
–    Πόδια στρογγυλά, κοντά, με πολύ σφιχτά δάχτυλα. Πέλματα σκληρά, μαύρα.
–    Ουρά μεσαίου μήκους, σταχυωτή, στέκεται ψηλά.
–    Φωνή δυνατή, καθαρή και μελωδική.
–    Τρίχωμα κανονικού μήκους, επίπεδο, χοντρό και λείο. Δέρμα, κάτω απ’ το τρίχωμα, μαύρο και άσπρο.
–    Όταν ο σκύλος είναι τρίχρωμος το κάτω μέρος της κοιλιάς και των ποδιών έχουν άσπρο φόντο, το κεφάλι του και το υπόλοιπο σώμα είναι κόκκινο και το «σαμάρι» μαύρο.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα  43-48 cm για το αρσενικό και το θηλυκό. Το βάρος κυμαίνεται στα 15 kg.
Ιστορικά στοιχεία
Τα πρώτα Μπηγκλ είναι της Ελισάβετ Α’, τα οποία ήταν κοντά (30-36 cm) και κατά συνέπεια αργά. Οι Άγγλοι κατά τον 17ο αιώνα, για να αυξήσουν την ταχύτητά τους, τα διασταύρωσαν με Χάριερ  και έτσι δημιούργησαν τα  Μπηγκλ Χάριερ. Υποστηρίζεται από τους Γάλλους, ότι αυτοί έκαναν αυτή τη διασταύρωση, ενώ οι Άγγλοι διασταύρωσαν τα μικρά Μπηγκλ της Ελισάβετ με το Φόξχάουντ. Πάντως οι πρώτες διασταυρώσεις έγιναν στην Αγγλία από μεμονωμένους κυνηγούς και αμέσως μετά, αυτά τα σκυλιά μεταφέρθηκαν στη Γαλλία από Γάλλους ευγενείς τον 19ο αιώνα και από τότε εκτρέφονται  σε μεγάλο αριθμό.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
–    Μεσαίος γαλλικός σκύλος ειδικός για το κυνήγι του λαγού, του ζαρκαδιού και του αγριογούρουνου. Έχει μεγάλο πάθος, μεγάλη ταχύτητα και φοβερή αντοχή, ακούραστος στην καταδίωξη. Είναι ικανός να εξαντλήσει ακόμα και ζαρκάδι.
–    Έχει άριστη όσφρηση. Είναι πολύ θετικός στον ντορό, ξεχωρίζει τα φρέσκα χνάρια με σιγουριά και γρηγοράδα και κυνηγάει σ’ όλα τα εδάφη. Είναι ζωηρός και έξυπνος και  εκπαιδεύεται εύκολα.

9.8.8.14. Μπλαντχάουντ ή Σαιντ Υμπέρ  (Bloodhound – Saint Hubert)

Γενική εμφάνιση
–    Βαρύς και δυνατός σκύλος με σχεδόν αργό και επιβλητικό βάδισμα. Κορυφαίος Ιχνηλάτης κρύου και φρέσκου ντορού, με μεγάλη θετικότητα στην ιχνηλασία.
–    Το κεφάλι είναι χαρακτηριστικό στοιχεία της φυλής. Πρέπει να είναι καλά σχηματισμένο, καλά αναπτυγμένο σε όλες του τις διαστάσεις, εκτός από το πλάτος του.
–    Κρανίο πολύ μεγάλο και χαρακτηριστικό, με πολύ αναπτυγμένη ινιακή κορυφή που αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο.
–    Το τόξο των φρυδιών είναι λεπτοκαμωμένο και η έκφρασή του δείχνει μέγεθος και λαμπρότητα.
–    Το δέρμα στο μέτωπο και στα μάγουλα έχει βαθιές ρυτίδες, περισσότερο από κάθε άλλη ράτσα.
–    Αυτιά αρκετά μακριά έτσι ώστε, όταν τεντωθούν ξεπερνούν τη μύτη. Είναι τοποθετημένα χαμηλά, κρεμαστά με χαριτωμένες πτυχές. Το δέρμα τους είναι πολύ λεπτό και καλύπτεται από κοντό, απαλό και μεταξένιο τρίχωμα.
–     Η ουρά του είναι γυρισμένη ελαφρά προς τα πάνω, δημιουργώντας  κομψή καμπύλη. Το κάτω μέρος της ουράς έχει τρίχωμα γύρω στα 5 cm μακρύ, που ελαττώνεται βαθμιαία προς το άκρο της.
–    Το τρίχωμά του κοντό και κάπως άγριο στο σώμα, αλλά απαλό και μεταξένιο στ’ αυτιά και στο κρανίο.
–    Το χρώμα του είναι μαύρο και κόκκινο, βαθύ κόκκινο, κόκκινο και καφέ, «συκωτί» και καφέ. Το μαύρο πρέπει να είναι στην πλάτη, σχηματίζοντας τη μορφή σέλας. Επίσης μαύρο επιτρέπεται στα πλευρά, στην κορυφή του σβέρκου, του λαιμού και του κεφαλιού. Λίγο άσπρο επιτρέπεται στον θώρακα και κάτω στα δάχτυλα.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 67 cm για το αρσενικό και 60 cm για το θηλυκό.
–    Γαβγίζει εκφραστικά σε όλους τους μελωδικούς τόνους, ενώ μπορεί να παράγει ποικιλία ήχων.
Ιστορικά στοιχεία
Το γενεαλογικό δέντρο του είναι αρχαίο. Υπάρχουν δυο εκδοχές για τους προγόνους του Σαιντ-Υμπερ. Η πρώτη ότι προέρχεται από διασταύρωση ενός  Λεβριέ και του Σκύλου του Θιβέτ, του οποίου έχει πολλά όμοια στοιχεία. Η δεύτερη ότι προέρχεται από το Αραβικό Λεβριέ (λαγωνικό), το οποίο με τις διασταυρώσεις των ντόπιων σκύλων των Κελτών και των Γαλατών, δημιούργησε δυο ράτσες Σαιντ-Υμπερ, το Μαύρο και το Άσπρο. Υπάρχουν περιγραφές από τον Αρριανό τον 2ο μ.χ. αιώνα, όπου αναφέρεται σ’ ένα σκύλο που είχαν οι Γαλάτες και οι Κέλτες, ο οποίος μοιάζει πολύ με το Σαιντ-Υμπερ.
Τον 7ο μ.χ. αιώνα ο Άγιος Ουβέρτος και οι μοναχοί του, που ζούσαν σ’ ένα μοναστήρι στις Αρδένες του Βελγίου, άρχισε να εκτρέφει αυτά τα σκυλιά για πολλά χρόνια. Προς τιμή του οι σκύλοι ονομάστηκαν «Σκύλοι του Αγίου Ουβέρτου» («Chiens du St. Hubert»).  Κάθε χρόνο, για 700 χρόνια το Μοναστήρι του Αγίου Ουβέρτου έστελνε έξι Άσπρους και έξι  Μαύρους σκύλους στο βασιλιά της Γαλλίας, που τους χρησιμοποιούσε σε αγέλες για τα μεγάλα κυνήγια με συνοδεία αλόγων. Έως τον 16ο αιώνα ήταν τα σκυλιά των βασιλιάδων στα κυνήγια των μεγάλων τριχωτών θηραμάτων. Το 1570 κατηγορήθηκαν από τον Κάρολο Θ’, ότι είναι βραδυκίνητα και αντικαταστάθηκαν από τους Λευκούς Σκύλους του Ρουά, οι οποίοι είναι απόγονοι του Λευκού Σαιντ Υμπερ.
Τον 11ο αιώνα ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής, βασιλιάς των Νορμανδών, κατέκτησε την Αγγλία. Μαζί του πήρε και μερικά Σαιντ Υμπερ Άσπρα και Μαύρα. Από τότε στην Αγγλία εκτρέφεται το Μπλάντχάουντ που προήλθε από τα Μαύρα, ενώ από τα Άσπρα, ο άσπρος Τάλμποτ (απόγονος του Άσπρου σκύλου του Ρουά), που είναι  ο πρόγονος των σύγχρονων αγγλικών σκύλων: Φόξχάουντ, Χάριερ, Μπήγκλ κ.λ.π.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
–    Μεγαλόσωμος και πολύ δυνατός σκύλος,, αγέρωχος και επιβλητικός, το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 67 cm με βάρος 50 κιλά για το αρσενικό και 62 cm για το θηλυκό με βάρος 45 κιλά περίπου.
–    Το Σαιντ Υμπερ είναι τρυφερός και στοργικός σκύλος, αλλά επιφυλακτικός στην πρώτη γνωριμία με τους ξένους. Μερικές φορές φαίνεται ισχυρογνώμων και πεισματάρης, ακόμη και ανυπάκουος, αλλά πολύ γρήγορα αποβάλλει αυτά τα στοιχεία όταν απ’ την αρχή εκπαιδευτεί σωστά στην υπακοή και την καλή συμπεριφορά.
–    Η εκπαίδευσή του είναι εύκολη και πρέπει να ξεκινάει από τη νεαρή ηλικία στην υπακοή και σταδιακά στο περπάτημα δίπλα μας χωρίς λουρί και στη συνέχεια στη γνωριμία με τα οικόσιτα ζώα. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην εκπαίδευση, δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε ποτέ βία και σκληράδα μαζί του γιατί απ’ τη φύση είναι περήφανο ζώο και αντιδρά αρνητικά σε κάθε περίπτωση.  Γενικά είναι φιλικός με όλους και ιδιαίτερα με τα παιδιά, απ’ τα οποία ανέχεται τα πάντα.
–    Από τη φύση του είναι ευαίσθητος και σπανίως μαλώνει με άλλα σκυλιά. Ωστόσο όταν χρειαστεί επιβάλλει την κυριαρχία του «με το γάντι», χωρίς επίθεση, δαγκώματα και άγριες ενέργειες. Είναι ένας σκύλος κυριαρχικός που γνωρίζει τη δύναμή του αλλά δεν την εκμεταλλεύεται άναρχα.
–    Έχει την πιο λεπτή όσφρηση απ’ όλους τους ιχνηλάτες του κόσμου, μπορεί να ακολουθήσει με μεγάλη ευκολία κρύα ίχνη που έγιναν 2 ή 4 μέρες πριν και να τα ξεχωρίζει από τα ίχνη άλλων ζώων, που έχουν διασταυρωθεί.
Ο όμιλος εκτροφέων Bloodhound (The Association of Bloodhound Breeders) της Αγγλίας διοργανώνει πέντε φορές το χρόνο πρακτικούς αγώνες (Field Trials) δοκιμασίας σε «κυνήγι ανθρώπου» ή σε «κυνήγι της καθαρής μπότας» (Hunting the Clean Boot), όπως ονομάζεται χαρακτηριστικά. Είναι ένας πολύ δύσκολος αγώνας ιχνηλασίας κατά τον οποίο η διαδρομή επιλέγεται από ειδικούς κριτές με τέτοιο τρόπο ώστε να περιλαμβάνει χορτάρι, χώμα, πέτρα, άσφαλτο κ.λ.π. Ενας άνθρωπος, φορώντας μπότες από καουτσούκ, περπατάει την καθορισμένη διαδρομή που μπορεί να έχει μήκος αρκετά χιλιόμετρα, ανάλογα με το συντελεστή δυσκολίας, και αφήνει σε καθορισμένα σημεία ορισμένα αντικείμενα, όπως ένα γάντι, ένα μαντήλι, ένα καπέλο ή ρούχο.
Αφού τελειώσει η διαδικασία δημιουργίας ντορού με την μπότα, η δοκιμασία των σκύλων αρχίζει ως εξής:
•    Μετά από 6 ώρες για τα νεαρά και αρχάρια σκυλιά.
•    Μετά από 12 ώρες για τα σκυλιά που έχουν κερδίσει στον αγώνα των 6 ωρών.
•    Μετά από 24 ώρες για τα σκυλιά  που έχουν κερδίσει στον αγώνα των 12 ωρών.
Σ’ αυτόν τον αγώνα, μετά τις προβλεπόμενες ώρες, ο σκύλος πρέπει να ακολουθήσει το ντορό του ανθρώπου, να βρει τα αντικείμενα σε κάθε σημείο και να συνεχίσει την πορεία του μέχρι να τελειώσει τη διαδρομή με επιτυχία. Οι ράτσες που έχουν αυτές τις ικανότητες και υποβάλλονται σε τέτοιες δοκιμασίες είναι το Σαιντ Υμπερ και το Μπασέ Χάουντ, που ανταγωνίζεται πολλές φορές με επιτυχία τον αντίπαλό του. Όπως είναι φανερό σ’ αυτούς τους αγώνες εκτός απ’ τη μύτη, κυρίαρχο ρόλο παίζει η ικανότητα του σκύλου να αισθάνεται την κατεύθυνση που παίρνει το «θήραμα», όταν σε δύσκολο έδαφος ο ντορός είναι ανεπαίσθητος και ασαφής, και πρέπει να ξεκόψει καθαρά τη διαδρομή, γιατί αυτό το πλεονέκτημα τον κάνει νικητή. Γι αυτό το λόγο το  Σαιντ Υμπερ χρησιμοποιείται απ’ την αστυνομία και από άλλες υπηρεσίες για την ανεύρεση χαμένων ανθρώπων.
Από κυνηγετική άποψη, τα παραπάνω ισχύουν και στο κυνήγι των τριχωτών ζώων. Είναι ο ιχνηλάτης που πραγματικά «κολλάει» με τον ντορό είτε στο πλησίασμα είτε στην καταδίωξη. Εχει την ικανότητα δηλαδή να ακολουθεί τα χνάρια ενός θηράματος το οποίο πέρασε πολλές ώρες πριν, να μην το μπερδεύει με άλλα ζώα και να το καταδιώκει πολλές  ώρες χωρίς λάθος στην κατεύθυνση που έχει πάρει. Στον φρέσκο ντορό είναι ασυναγώνιστος, ξεκαθαρίζει σταθερά και σίγουρα τη μυρωδιά, φτάνοντας στο γιατάκι πολύ γρήγορα. Καταδιώκει το θήραμα σταθερά για πολλές ώρες με ωραία φωνή σε μελωδικούς τόνους. Παρά τον όγκο και το μέγεθος δεν είναι τόσο αργός όσο φαίνεται, αλλά έχει κανονική και σταθερή ταχύτητα, μεγάλη αντοχή και δύναμη.
Στη Γαλλία χρησιμοποιείται πολύ στο κυνήγι του αγριογούρουνου και του ζαρκαδιού με μεγάλη επιτυχία, ενώ συμμετέχει σε αγώνες εργασίας πρακτικού κυνηγιού. Οι Γάλλοι κυνηγοί το εκτιμούν πολύ για τα άριστα κυνηγετικά προσόντα που διαθέτει. Μειονέκτημά του είναι το μεγάλο μέγεθος, που προϋποθέτει περισσότερη οικονομική επιβάρυνση για εξασφάλιση τροφής, ενώ χρειάζεται μεγάλο χώρο για κατοικία και μεταφορά. Επίσης λόγω μεγέθους δεν ενδείκνυται για κυνήγι σε πολύ σφιχτά και πυκνά μέρη, που αντικειμενικά δεν τον αφήνουν να τα περάσει άνετα, παρόλο που δεν φοβάται τ’ αγκάθια και τα πουρνάρια γιατί είναι σκληρόπετσος παρά τη χαλαρότητα του δέρματος. Αντίθετα σε εδάφη με ανοίγματα, ελατοδάση, σπανά και πετρώδη δεν έχει κανένα πρόβλημα, έχει μεγάλη δύναμη, αντοχή και μπορεί να κυνηγάει πολλές ώρες διανύοντας μεγάλες αποστάσεις.
Οι άριστες οσφρητικές ικανότητες και η αίσθηση της κατεύθυνσης του θηράματος στο  Σαιντ Υμπερ είναι εξαιρετικές και είναι δυο στοιχεία που κάνουν έναν ιχνηλάτη μεγάλο σκύλο.  Ετσι μπορεί να κυνηγήσει ανεξαιρέτως όλα τα θηράματα με μεγάλη ευκολία. Ιδιαίτερα στο κυνήγι του λαγού, του οποίου τις περισσότερες φορές ο ντορός είναι πιο αχνός και ασαφής και χρειάζεται ιχνηλάτη με δυνατή μύτη, το Σαιντ Υμπερ τα καταφέρνει σε άριστο βαθμό.
Ράτσες με μικρότερο μέγεθος που έχουν αρκετό αίμα Σαιντ Υμπερ και το πλησιάζουν σε κυνηγετικά χαρακτηριστικά είναι το Μπρούνο Γιούρα, το Μπρούνο Γιούρα τύπου  Σαιντ Υμπερ, που αναπτύχθηκε στη Γαλλία, το Μπασέ Χάουντ, ο Σκύλος του Αρτουά, το Πορσελέν, το Μπλε Γασκώνης Σαιντόνζης, το Γασκώνης Σαιντόνζης. Όμως όσο αίμα Σαιντ Υμπερ κι αν τρέχει στις φλέβες τους, τα παραπάνω σκυλιά δεν είναι Σαιντ Υμπερ. Το Σαιντ Υμπερ είναι ένα και μοναδικό !!
Όσοι κυνηγοί μπορούν να έχουν τις προϋποθέσεις για μια άνετη διαβίωση του Σαιντ Υμπερ, πραγματική αγάπη για τον σκύλο τους και τις γνώσεις για σωστή εκπαίδευση, τότε θα νοιώσουν πολλές ευχάριστες στιγμές συντροφιά με ένα ξεχωριστό ιχνηλάτη. Δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι αυτός ο  ιχνηλάτης σε καταξιώνει σαν κυνηγό τριχωτού θηράματος.
Το Σαιντ Υμπερ είναι πολύ ανθρωποκεντρικός σκύλος, χρειάζεται την παρουσία μας και την αγάπη μας, ζει άνετα με την οικογένεια ακόμη και σε διαμέρισμα, αλλά δεν ανέχεται το μόνιμο δέσιμο με κανένα τρόπο και πρέπει να το έχουν υπόψη τους οι μέλλοντες ιδιοκτήτες.
Στη χώρα μας υπάρχουν λίγα Σαιντ Υμπερ, όπως βέβαια και λίγοι καθαρόαιμοι ιχνηλάτες. Η κύρια αιτία είναι η άγνοια του Έλληνα κυνηγού για την ύπαρξη τόσων καθαρόαιμων φυλών, επειδή συνήθως δεν διαβάζει και δεν ενημερώνεται κυνολογικά, οπότε υπάρχει μια λανθασμένη προκατάληψη και αμφισβήτηση.

–    με ανοχή 2 εκατ. για άτομα που έχουν χαρακτηριστεί εξαιρετικά.  Βάρος 18-22 kg.

9.8.8.15. Αγγλο–Γαλλικό Μικρού Κυνηγιου (Anglo-Fancais de Petite Venerie)

Ιστορικά στοιχεία
Το  Άγγλο-Γαλλικό Μικρού Κυνηγιού ονομάζεται έτσι γιατί χρησιμοποιείται αποκλειστικά για το κυνήγι του λαγού με όπλο και χωρίς όπλο, σε αντίθεση με το Μεγάλο Άγγλο-Γαλλικό που κυνηγάει συνήθως τα πιο μεγάλα ζώα.  Είναι αποτέλεσμα της διασταύρωσης γαλλικών σκυλιών, όπως Πορσελέν, Σαιντόνζης, μικρών Πουατεβέν  και των αγγλικών Μπήγκλ, Χάριερ και μικρών Φοξ Χάουντ με σκοπό να βελτιωθεί η σκελετική δομή, η ταχύτητα και η ικανότητα να πιάνουν το λαγό έπειτα από καταδίωξη.
Η γενική εμφάνισή του  είναι γαλλική, ενώ τα αγγλικά αίματα φαίνονται απ’ το φαρδύ κρανίο και τα κοντά αυτιά που η βάση τους αρχίζει λίγο ψηλά. Σήμερα στη Γαλλία, υπάρχει σε πολύ μεγάλο αριθμό, επειδή εκτιμάται ιδιαίτερα για τις μεγάλες κυνηγετικές ικανότητες στο λαγό.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά
–    Σκύλος με ισορροπία σωματική και δυνατή σκελετική δομή.
–    Λεπτή όσφρηση, μεγάλη αντοχή και δύναμη για πολύωρη καταδίωξη.
–    Δυνατή φωνή με τάση μακρόσυρτη σαν ουρλιαχτό.
–    Άριστη συμπεριφορά στο κυνήγι και στο σπίτι, εκπαιδεύεται πολύ εύκολα.
–    Ακολουθεί με μεγάλη ευκολία το ντορό σε δύσκολες κλιματικές και εδαφικές συνθήκες
–    Σκύλος με πάθος και μανία για το κυνήγι, εξαιρετικός στο λαγό με όπλο ή χωρίς.
Περιγραφή προτύπου
–    Κεφάλι μακρύ, όχι πολύ φαρδύ, με ινιακό οστό ελαφρώς αναπτυγμένο.
–    Κρανίο ελαφρώς κυρτό χωρίς μεγάλη καμπύλη, στοπ  λίγο τονισμένο.
–    Μάτια σε χρώμα καφέ, μεγάλα και κυκλωμένα με μαύρο χρώμα. Έξυπνη έκφραση.
–    Μουσούδα μέσου μήκους και γενικώς ίσια ή λίγο γαμψή. Πολύ ωραία σμιλευμένη κάτω απ’ τα μάτια.
–    Μύτη μαύρη με ανοιχτά ρουθούνια.
–    Αυτιά μέσου μήκους, δεμένα λίγο ψηλά στη γραμμή των ματιών, επίπεδα και ελαφρώς γυριστά.
–    Λαιμός  μακρύς, δυνατός, χωρίς εμφανές προγούλι.
–    Ουρά με καλό μήκος και κομψή κλίση. Τρίχωμα πυκνό και στρωτό.
–    Τρίχωμα κοντό, πυκνό και λείο. Δέρμα λεπτό, χωρίς ζάρες. Τρία χρώματα είναι επιτρεπτά: α) Το τρίχρωμο, άσπρο και μαύρο με ζωηρό κόκκινο και μαύρη μύτη, β) το άσπρο και μαύρο με κόκκινο ωχρό  και μαύρη μύτη και γ) το δίχρωμο άσπρο και πορτοκαλί με μύτη στο χρώμα του καπνού (tabac).
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 48-56 cm για το αρσενικό και το θηλυκό, με ανοχή ± 2 cm, για τα εξαιρετικά σκυλιά
–    Βηματισμός άνετος και γρήγορος με ισορροπία και ευστάθεια.
Πρότυπο εργασίας
Ιδιότητες
–    Λεπτή όσφρηση, φωνή με ουρλιαχτό, οξεία και δυνατή.
–    Γεροδεμένη κατασκευή, χωρίς βάρος και μαλθακότητα, με κίνηση γρήγορη, δυνατή, και πολύ  ανθεκτική.
–    Εξαιρετικός κυνηγός, βρίσκει το ντορό με μεγάλη ευκολία. Χαρακτηρίζεται από θάρρος, εμμονή, δραστήρια έρευνα, εξαιρετική συμπεριφορά και πειθαρχία στις εντολές του κυνηγού.
Συμπεριφορά
Χρησιμοποιείται σε κυνήγι με όπλο και σε κυνήγι χωρίς όπλο, όπου πρέπει να πιάσει το λαγό ζωντανό, μετά από συνεχόμενη καταδίωξη.
Κυνήγι καταδίωξης (χωρίς όπλο): εδώ φαίνονται οι μεγάλες αρετές του. Πάθος, ταχύτητα, εμμονή, τεράστια αντοχή, πειθαρχία και υπακοή στις διαταγές. Γι’ αυτό το είδος κυνηγιού χρησιμοποιείται μεγάλος αριθμός σκύλων, που φτάνει και τα τριάντα μερικές φορές.
Κυνήγι με όπλο: είναι πολυτάλαντος, προσαρμόζεται πολύ εύκολα στα ενδιαιτήματα που ζει ο λαγός, το αγριογούρουνο και τα υπόλοιπα θηλαστικά. Κυνηγάει επίμονα το είδος του ζώου που θα ξεσηκώσει, με μεγάλες αντοχές στην καταδίωξη. Κυνηγάει άριστα και το αγριογούρουνο με το θάρρος που τον διακρίνει, χωρίς κανένα πρόβλημα στα πυκνά και σφιχτά δάση.
Το Άγγλο-Γαλλικό Μικρού Κυνηγιού, εκτρέφεται στη Γαλλία με μεγάλη αυστηρότητα στα μορφολογικά και κυνηγετικά χαρακτηριστικά της φυλής (άριστο ξεφώλιασμα, σωστή φωνή, ταμπεραμέντο, συμπεριφορά και χαρακτήρας), και σωστή εκπαίδευση από μικρή ηλικία.

9.8.9. Αγγλικοί ιχνηλάτες

9.8.9.1. Χάριερ (Harrier)

Γενική εμφάνιση
–    «Ιχνηλάτης φρέσκου ντορού».
–    Μεσαίου μεγέθους σκύλος, γεροδεμένος, πρόθυμος να κυνηγά το λαγό πολλές ώρες σ’ όλα τα εδάφη.
–    Ουρά γυρισμένη ελαφρά προς τα πάνω. Το κάτω μέρος της ουράς, προς το άκρο της, έχει  λίγο τρίχωμα σαν στάχυα.
–    Τρίχωμα κοντό και κάπως παχύ.
–    Για το Χάριερ του Σώμερσετ, που εκτρέφεται στη νότια Αγγλία, το χρώμα είναι άσπρο και κοκκινωπό, άσπρο και πορτοκαλί, άσπρο και γκρίζο, άσπρο και ξανθωπό. Για τα υπόλοιπα, που εκτρέφονται στην κεντρική και βόρεια Αγγλία, υπάρχει και το μαύρο χρώμα μαζί με το άσπρο και το πορτοκαλί, κυρίως στη ράχη και στα πλευρά.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 50-55 cm για το αρσενικό και το θηλυκό. Το βάρος κυμαίνεται στα 25-30 kg.
Ιστορικά στοιχεία
Τα Χάριερ είναι ένας τύπος Αγγλικού σκύλου, μεσαίου μεγέθους, που δημιουργήθηκε για το κυνήγι του λαγού κυρίως (Hare=λαγός στα αγγλικά). Τα πρώτα Χάριερ παρουσιάζονται το 1200 μ.χ. και είναι τα Χάριερ του Σώμερσετ (νότια Αγγλία). Προέρχονται από τους γαλλικούς Άσπρους Σκύλους του Ρουά (έφτασαν στην Αγγλία από Γάλλους ευγενείς ) με επιμιξία με το Φόξχάουντ.  Τα Χάριερ του Σώμερσετ, που διασταυρώθηκαν στη συνέχεια πάλι με Φόξχάουντ, έδωσαν τα  σύγχρονα Χάριερ, τα οποία έχουν σε αντίθεση με τ’ άλλα και μαύρο χρώμα, μοιάζοντας περισσότερο προς το Φόξχάουντ.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκράσια
–    Πολύ ειδικευμένος σκύλος για το κυνήγι του λαγού.
–    Αριστη όσφρηση, μεγάλη ταχύτητα και αντοχή.
–    Τα Χάριερ δημιουργήθηκαν για να κυνηγούν όλη μέρα. Σ’ ένα ημερήσιο κυνήγι, μπορούν να καλύψουν 40-80 χιλιόμετρα, χωρίς να κουράζονται καθόλου.
–    Δεν αφήνουν την καταδίωξη για κανένα λόγο. Οπως λένε οι Άγγλοι κυνηγοί, οι λαγοί λιποθυμούν από καθολική εξάντληση, όταν τους καταδιώκει το ακούραστο Χάριερ.
–    Τα παχιά του πέλματα το βοηθούν να τρέχει με μεγάλη ευκολία στα τραχιά και πετρώδη εδάφη.
–    Είναι πολύ δυνατός, επίμονος και ενεργητικός σκύλος, λίγο ανεξάρτητος.
–    Πολύ φιλικός και ήσυχος, δεν μαλώνει μα άλλα σκυλιά και δεν ρίχνεται στους ανθρώπους.Είναι έξυπνος, υπάκουος, γυμνάζεται πολύ γρήγορα και εύκολα.
–    Το Χάριερ του Σώμερσετ είναι πολύ ανώτερο σε προτερήματα απο το σύγχρονο Χάριερ, το οποίο εκτός των άλλων αποφεύγει τα κλειστά και πυκνά μέρη.

9.8.9.2. Μπήγκλ (Beagle)

Γενική εμφάνιση
–    «Ιχνηλάτης φρέσκου ντορού».
–    Μικρός αγγλικός σκύλος, με αρμονικές αναλογίες.
–    Γεροδεμένος και κομψός.
–    Πιο κοντός από το Μπηγκλ Χάριερ.
–    Σε σχέση με το ύψος του έχει μεγάλο κορμό.
–     Ουρά κοντή, κολλημένη ψηλά, με σχήμα δρεπανιού. Χοντρή στη ρίζα, λεπταίνει στην άκρη της, ελαφρώς σταχυωτή.
–    Φωνή πολύ δυνατή, καθαρή και μελωδική.
–    Τρίχωμα κανονικού μήκους, επίπεδο, πολύ πυκνό, λείο, όχι πολύ λεπτό. Δέρμα κάτω απ’ το τρίχωμα, μαύρο και άσπρο.
–    Το χρώμα είναι τρίχρωμο. Επίσης γκρίζο-μπλε με μαύρες κηλίδες. Άλλο χρώμα είναι το άσπρο με αποχρώσεις του κόκκινου ή του κίτρινου. Συνήθως υπάρχει μαύρο σαμάρι (μανδύας). Το κεφάλι πρέπει να είναι πάντα στο χρώμα της φωτιάς, με άσπρη κηλίδα ανάμεσα στα μάτια.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα  37-42 cm για το αρσενικό και το θηλυκό. Το βάρος κυμαίνεται στα 17 kg.  Υπάρχει και πιο μικρό μέγεθος 30-36 cm.
Ιστορικά στοιχεία
Το Μπηγκλ υπάρχει στην Αγγλία από τον 3ο αιώνα μ.χ. Από τον 15ο αιώνα άρχισε να εκτιμάται από την βασιλική αυλή και γι’ αυτό το λόγο ονομάστηκε «Μπηγκλ της Ελισάβετ Α’». Αυτά τα Μπηγκλ ήταν κοντά (30-36 cm) και κατά συνέπεια αργά. Υπάρχουν στην Αγγλία μέχρι σήμερα και χρησιμοποιούνται στο λαγό. Οι Άγγλοι κατά τον 17ο αιώνα, για να αυξήσουν την ταχύτητά τους, τα διασταύρωσαν με Φόξχάουντ και έτσι δημιούργησαν το Μπηγκλ, που περιγράφτηκε παραπάνω, και το οποίο ανέπτυξαν με προσοχή και το διατηρούν μέχρι σήμερα.
Αντίθετα το Μπηγκλ Χάριερ – διασταύρωση Μπηγκλ της Ελισάβετ με Χάριερ – οι Άγγλοι δεν το είδαν με καλό μάτι και έτσι δεν συνέχισαν την εκτροφή του. Το 1860 ο Γάλλος Βαρόνος Ζεράρ πήρε μαζί του στην Γαλλία, μια αγέλη Μπηγκλ Χάριερ, τα οποία άφησαν εποχή για τα καταπληκτικά τους κυνηγετικά προσόντα. Ετσι από τότε   εκτρέφεται αυτή η ράτσα στη  Γαλλία, η οποία στην ουσία θεωρείται η χώρα της καταγωγης των.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκράσια
–    Μικρός αγγλικός σκύλος ειδικός για το κυνήγι του λαγού και του κουνελιού.
–    Κυνηγάει μόνος ή και σε μεγάλες αγέλες, όπου οι Άγγλοι τον χρησιμοποιούν για το έφιππο κυνήγι του λαγού, της αλεπούς και άλλων τριχωτών θηραμάτων.
–    Έχει αριστη όσφρηση.
–    Είναι πολύ θετικός στον ντορό, ξεχωρίζει τα φρέσκα χνάρια με σιγουριά και γρηγοράδα.
–    Κυνηγάει σ’ όλα τα εδάφη.
–    Ζωηρός, έξυπνος, εκπαιδεύεται πολύ εύκολα.
–    Είναι στοργικός, δραστήριος, έξυπνος, τολμηρός, περίεργος, φιλικός, ανθεκτικός, αγαπητός.
–    Αλλά και φασαριόζος με τα συνεχή γαβγίσματα, άγριος όταν ενοχληθεί, ερεθίζεται εύκολα και αλητεύει στις γειτονιές όταν ξεφύγει τον έλεγχο. Έχει μεγάλο πάθος, μεγάλη ταχύτητα και φοβερή αντοχή, ακούραστος στην καταδίωξη.
–    Λόγω της μεγάλης του κυνηγετικής μανίας, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμα και στο αγριογούρουνο.

9.8.10. Ιχνηλάτες Αμερικής

9.8.10.1. Μπασέ Χάουντ (Basset Hound)

Γενική εμφάνιση:
–    Ιχνηλάτης κρύου και φρέσκου ντορού. Σκύλος με κοντά και χοντρά πόδια, μακρύ σκελετό σε σχέση με το ύψος του. Πολύ συμπαθητική εμφάνιση και έκφραση.
–    Κεφάλι μακρύ και μεγάλο με συμμετρικές γραμμές. Το μήκος του κρανίου είναι ίσο με το μήκος της μουσούδας.
–    Κρανίο θολωτό με πολύ έντονη την ινιακή προεξοχή.
–    Μάτια χρώματος καστανού. Ο οφθαλμικός βλεννογόνος υμένας προεξέχει φανερά με κόκκινο χρώμα.
–    Μπροστινά πόδια χοντρά, δυνατά και στρογγυλά.  Ο αγκώνας κολλημένος στο σώμα. Κάτω άκρα χοντρά, γεμάτα, πέλματα σκληρά, νύχια μεγάλα, δυνατά.
–    Πίσω πόδια: Κνήμη  πλατιά και μυώδης. Ιγνύς κοντή και δυνατή.
–    Ουρά γυρισμένη  προς τα πάνω. Παχιά στη ρίζα, η οποία λεπταίνει σταδιακά προς το άκρο της. Το μήκος της φτάνει  λίγο παραπάνω απ’ το κότσι.
–    Τρίχα λεια, πυκνή και χοντρή. Δέρμα μαλακό, χαλαρό. Τρίχρωμο, άσπρο πορτοκαλί, άσπρο κίτρινο, άσπρο καφέ.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι γύρω στα 30-38 cm για το αρσενικό και το θηλυκό αναλόγως λιγότερο κατά 2-3 cm. Το βάρος είναι περίπου 24 kg.
Ιστορικά στοιχεία
Το Μπασέ Χάουντ κατάγεται από το Μπασέ του Αρτουά, το οποίο οι Άγγλοι εκτροφείς διασταύρωσαν με το Μπλάντχάουντ, απ’ το οποίο πήρε όχι μόνο τα χαρακτηριστικά του κεφαλιού, αλλά και τις άριστες οσφρητικές ικανότητες.  Η συστηματική εκτροφή άρχισε στο τέλος του 18ου αιώνα από τους Άγγλους. Στην Αμερική ξεκίνησε η εκτροφή το 1883, ενώ στην Γαλλία το 1874. Τα Αμερικάνικα Μπασέ είναι πιο βαριά και ογκώδη από τα αγγλικά και τα γαλλικά.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
–    Άριστος Ιχνηλάτης, ανθεκτικός και επίμονος με βαρύ τόνο φωνής.  Κυνηγάει όλα τα θηράματα (αγριογούρουνο, ζαρκάδι, λαγό) αποτελεσματικά και θετικά. Είναι σκύλος του ντορού, μπορεί να εντοπίσει με ευκολία και κρύα χνάρια πριν από πολλές ώρες, όπως το Μπλάντχάουντ, από το οποίο πήρε την λεπτή όσφρηση.  Μπορεί να είναι αργός, αλλά δεν το βάζει κάτω στην καταδίωξη. Έχει φυσική αντοχή και κουράγιο. Είναι πολύ γλυκός και τρυφερός σκύλος. Πολύ έξυπνος και μερικές φορές πεισματάρης, αλλά με λίγη αυστηρότητα διορθώνονται όλα. Εκπαιδεύεται γρήγορα και εύκολα γιατί καταλαβαίνει άμεσα τις εντολές.
Τα μακριά αυτιά  είναι το μεγάλο μυστικό  του Μπασέ. Όταν σκύβει στο ντορό, οι άκρες τους ακουμπούν στο έδαφος, οπότε φυλακίζουν και κρατούν τη μυρωδιά του ντορού πολύ κοντά στη μύτη, με αποτέλεσμα να βοηθούν το σκύλο να εντοπίζει γρήγορα και αλάνθαστα τα ίχνη. Με τον ίδιο τρόπο επίσης λειτουργεί το προγούλι, το οποίο παγιδεύει τη μυρωδιά  κοντά στη μύτη, με αποτέλεσμα και περισσότερη ποσότητα (φρέσκου ντορού) να υπάρχει στον αέρα που εισπνέει  και να μη χάνεται εύκολα στο περιβάλλον. Οι ζάρες επίσης, που υπάρχουν στο κεφάλι  λειτουργούν σαν παγίδες της φρέσκου ντορού με όλα τα θετικά αποτελέσματα.

9.8.11. Γερμανικοί ιχνηλάτες

9.8.11.1. Γερμανικός Ιχνηλάτης Μπρακ (Deutsche Bracke – Deutsche Sauerlandbracke)

Γενική εμφάνιση
–    Ιχνηλάτης κρύου και φρέσκου ντορού. Σχεδόν κοντός σκύλος, με πολύ δυνατή κατασκευή σκελετού. Μακρύσωμος με πόδια δυνατά.
–     Ουρά στρογγυλή, χοντρή στη βάση της, λεπταίνει προς την άκρη. Μακριά, φτάνει μέχρι το κότσι και παραπάνω. Η άκρη της είναι ελαφρώς σταχυωτή. Την κρατάει ίσια στο βάδισμα και το ψάξιμο.
–    Τρίχωμα με τρίχα χοντρή, πυκνή και σκληρή. Τρίχρωμο. Κόκκινο με μαύρο σαμάρι, άσπρο στο λαιμό, στα πόδια, στην άκρη της ουράς, στο στήθος και στο πρόσωπο λωρίδα άσπρη.
–    Το ύψος στο ακρώμιο είναι  40-52 cm για το αρσενικό  και για το θηλυκό.
Ιστορικά στοιχεία
Το Γερμανικό Μπρακ κατάγεται, από τον ιχνηλάτη των Κελτών (Keltenbracke-Celtic Hound) και είναι ο πιο αντιπροσωπευτικός Ιχνηλάτης σήμερα στη Γερμανία. Υπάρχει και το Μπρακ της Βεστφαλίας στον ίδιο τύπο αλλά με πιο κοντά πόδια. Αυτά τα σκυλιά αναπτύχθηκαν κυρίως στην περιοχή του Σάαρ και σε όλη τη Βεστφαλία.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
Ο Γερμανικός Ιχνηλάτης Μπρακ είναι εξαιρετικός για κυνήγι στα δάση και στα βουνά, του λαγού, της αλεπούς, του κουνελιού και του αγριογούρουνου. Χρησιμοποιείται, έπειτα από ειδική εκπαίδευση, σαν Ιχνηλάτης «αίματος», σαν Ιχνηλάτης «φρέσκου ντορού» για το κυνήγι του λαγού και σαν Ιχνηλάτης «κρύου ντορού» για το κυνήγι όλων των μεγάλων ζώων που ζουν στα πυκνά δάση της Γερμανίας. Δεν γαβγίζει στο ντορό, παρά μόνο όταν ξεσηκώσει το θήραμα. Είναι εκπαιδευμένος, όπως όλοι οι Γερμανικοί ιχνηλάτες, να μεταφέρει στο στόμα τα ελαφρά θηράματα, ενώ στην περίπτωση των μεγάλων θηραμάτων, δίνει σήμα στον κυνηγό είτε γαβγίζοντας κοντά στο σκοτωμένο ζώο είτε οδηγώντας τον στο μέρος που έπεσε. Σκύλος με μεγάλη αντοχή, δύναμη και καταδίωξη. Ακολουθεί τη μυρωδιά σταθερά με πολύ καλή αίσθηση της κατεύθυνσης που παίρνει το θήραμα.

9.8.12. Ισπανικοί ιχνηλάτες

9.8.12.1. Μεγάλος Ισπανικός Ιχνηλάτης (Sabueso Esranol de Monte)

Γενική εμφάνιση
–    Κοντόχοντρος και μακρύς σκύλος, με γερή και δυνατή κατασκευή, που δείχνει την αίσθηση ισορροπίας και σταθερότητας. Γλυκιά και ήρεμη έκφραση, με πολύ καλή συμπεριφορά στη σχέση του με τους ανθρώπους.
–    Κεφάλι μεγάλο και βαρύ, με λίγες ζάρες κάτω απ’ τα μάτια και τα μάγουλα. Ινιακή προεξοχή ελαφρώς έντονη. Stop έντονο. Κρανίο πλατύ και στρογγυλό. Μουσούδα μακριά και ίσια. Μύτη σκούρα καφέ, τετράγωνη με ρουθούνια ανοιχτά. Χείλια κρεμαστά. Μάτια σκούρα ή ανοιχτά, στρογγυλά και μεγάλα. Αυτιά , φυτρωμένα στη γραμμή των ματιών και προς τα πίσω, μακριά.
–    Ουρά χοντρή στη βάση, στρογγυλή, λεπταίνει στην άκρη. Το μάκρος της ξεπερνάει λίγο την ακμή της ιγνύος. Στέκεται σαν σπάθα.
–    Τρίχωμα κοντό και λαμπερό. Χρώμα άσπρο με κόκκινα ή μαύρα μπαλώματα σκορπισμένα σ’ όλο το σώμα.
–    Ύψος για το αρσενικό 52-57 cm και για το θηλυκό 48-53 cm. Βάρος 25 κιλά περίπου
Ιστορικά στοιχεία
Είναι κατ’ ευθείαν απόγονος του Μαστίφ των Κελτών, οι οποίοι κατά τον 8ο αιώνα και μετά έφτασαν και στην Ισπανία. Η γενική του εμφάνιση δείχνει ένα ιχνηλάτη τύπου Σαιντ Υμπέρ. Η ράτσα υπάρχει από τον 16ο αιώνα, όπου αναφέρεται σε κυνηγετικά συγγράμματα της εποχής. Αναπτύχθηκε από τότε στην Ιβηρική Χερσόνησο και παρέμεινε μέχρι σήμερα καθαρόαιμη ράτσα.
Κυνηγετικά χαρακτηριστικά – ιδιοσυγκρασία
Παλιά  κυνηγούσε σε μεγάλες αγέλες στα παραδοσιακά κυνήγια με άλογα, το ελάφι, το ζαρκάδι, το αγριογούρουνο, το λύκο, την αρκούδα.  Το μεγαλύτερο προτέρημα που έχει ο Ισπανικός Ιχνηλάτης, είναι ότι έχει την ικανότητα να κυνηγάει πολλές ώρες σε περιβάλλον με μεγάλες θερμοκρασίες, με τεράστια αποθέματα αντοχής και ενέργειας, πράγμα που σημαίνει πως δύσκολα το θήραμα θα ξεφύγει απ’ την καταδίωξή του. Χρειάζεται αυστηρή εκπαίδευση, για να αποκτήσει πειθαρχία και να μην είναι ισχυρογνώμων. Ακολουθεί με μεγάλη επιμονή και μανία ζεστό και κρύο ντορό, για πολλές ώρες, χωρίς κούραση, στις πολύ ζεστές καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην Ισπανία. Έχει πολύ καλή μύτη, πλησιάζει εύκολα και γρήγορα το γιατάκι και ακολουθεί με σιγουριά και σταθερότητα τον ντορό στην καταδίωξη. Είναι πολύ πιστός και στοργικός σκύλος, με φιλική και ήπια συμπεριφορά στο αφεντικό του.
Με τα προσόντα που έχει ο Ισπανικός Ιχνηλάτης, είναι πολύ κατάλληλος για τις εδαφικές και κλιματικές συνθήκες της Ελλάδας, όπου μπορεί να προσαρμοστεί πολύ εύκολα και γρήγορα.

Πηγή: ΣΤ Κυνηγετική Ομοσπονδία Μακεδονίας Θράκης, www.hunters.gr