Φασιανός – Phasianus colchicus

Διαστάσεις

Μήκος σώματος: 53 – 89 cm
Άνοιγμα φτερών:  70 – 90 cm
Βάρος αρσενικού:  800 – 1800 gr.
Βάρος θηλυκού:  720 – 1250 gr.

Γνωρίσματα

Το αρσενικό έχει ζωηρά χρώματα μακριά ουρά, σκούρο πράσινο κεφάλι με λευκό περιλαίμιο, τις περισσότερες φορές.

Το θηλυκό έχει χρώμα καστανό με μακριά ουρά.

Γεωγραφική εξάπλωση

Ο κολχικός φασιανός μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από την Κολχίδα, σημερινή Γεωργία, κατά την επιστροφή των αργοναυτών από την αργοναυτική εκστρατεία.

Στην δυτική Ευρώπη μεταφέρθηκε από τους  Ρωμαίους, σαν εξωτικό θήραμα αλλά και σαν ξεχωριστό έδεσμα για το τραπέζι τους. Στην αρχή  εισήχθη στην Ιταλία, στη Γαλλία και στη Γερμανία. Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα εισήχθη και στις βόρειες χώρες όπως η Φιλανδία, Νορβηγία κλπ, επίσης στα τέλη του 19ου αιώνα εισήχθη και στη νότια Αμερική.

Ο κολχικός φασιανός ζει κυρίως στην Ασιατική Ρωσία  και στις περιοχές γύρω από την Κασπία θάλασσα. Στη χώρα μας ενώ μέχρι το 18ο αιώνα ο κολχικός φασιανός, απαντιόταν  στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα, σήμερα υπάρχει μόνο ένας μικρός πληθυσμός στο υδροχαρές δάσος του Κοτζά – Ορμάν. Ο πληθυσμός αυτός αποτελεί έναν από τους δύο που απαντώνται στην Ευρώπη, ο δεύτερος βρίσκεται στη Βουλγαρία. Η συρρίκνωση αυτή του πληθυσμού του οφείλεται κυρίως σε ανθρωπογενείς επιδράσεις, που αλλοίωσαν έντονα τους φυσικούς του βιότοπους.

Στην Ευρώπη, στην Αμερική όπως και στην Ελλάδα απαντώνται πληθυσμοί φασιανού οι οποίοι όμως αποτελούνται από τον δακτυλιοειδή φασιανό ο οποίος είναι αποτέλεσμα διασταύρωσης του Κολχικού φασιανού με τον Μογγολικό Φασιανό και τον Κινέζικο. Το υβρίδιο αυτό αναπαράγεται μαζικά από τις αρχές του τελευταίου αιώνα και η μαζική εκτροφή του στα εκτροφεία είναι πολύ πιο εύκολη.

Αυτός είναι ο λόγος που οδήγησε τους εκτροφείς να ασχοληθούν με την εκτροφή κυρίως αυτού του είδους.

Σε όλα τα είδη φασιανού που απαντώνται στον κόσμο, τα δύο φύλα παρουσιάζουν έντονο φυλετικό διμορφισμό, ως προς το χρώμα του φτερώματος και το σωματικό βάρος.

Ενδιαίτημα – Αναπαραγωγή

Είδος επιδημητικό. Ο φασιανός προτιμά κυρίως γόνιμες πεδινές περιοχές, που συνδυάζονται με ένα μωσαϊκό από δασωμένες και θαμνώδεις εκτάσεις. Περιοχές με αυξημένη υγρασία όπως παραποτάμια δάση ή εκτεταμένοι περιοδικοί υγρότοποι, αποτελούν πολύ καλούς βιοτόπους για την ικανοποιητική ανάπτυξη  πληθυσμού φασιανών. Μπορεί να διαβιώσει επίσης και σε δασωμένες εκτάσεις, όπως τα δρυοδάση αν παρουσιάζουν διάκενα. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις, με φυσική κάλυψη μπορούν να διατηρήσουν επίσης πολύ καλούς πληθυσμούς φασιανού αν δεν εφαρμόζεται εντατική μορφή καλλιέργειας. Προτιμά τις εκτάσεις που καλλιεργούνται κυρίως με δημητριακά καθώς επίσης και με κτηνοτροφικά είδη, όπως οι τριφυλοκαλλιέργειες  κλπ.

Συνήθως απαντάται σε χαμηλά υψόμετρα, αλλά μπορεί να διαβιώσει και σε υψόμετρα πάνω από 700 μέτρα, αν ο βιότοπος είναι κατάλληλος και αν οι περιοχές αυτές δεν παρουσιάζουν εκτεταμένους παγετούς ή μεγάλης διάρκειας χιονοκάλυψη.

Παρότι είναι εδαφόβιο είδος κατά τη διάρκεια της νύχτας προτιμάει να κουρνιάζει πάνω στα δέντρα. Τα δύο φύλλα εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου ζουν χωριστά σε μικρές ομάδες.

Σε περίπτωση που αντιληφθεί κίνδυνο προτιμά να απομακρύνεται περπατώντας, και μόνο αν αναγκαστεί πετάει. Το πέταγμά του είναι σχετικά αργό. Κατά τη διάρκεια βροχερού καιρού κυρίως, είναι πολύ δύσκολο να εξαναγκαστεί να πετάξει.

Μπορεί και αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες.

Είναι είδος πολυγαμικό. Στις αρχές της άνοιξης σχηματίζονται οι οικογένειες που αποτελούνται συνήθως από 1 αρσενικό και 3 – 4 θηλυκά άτομα. Έχουν παρατηρηθεί και οικογένειες με 1 αρσενικό άτομο και μέχρι 18 θηλυκές όπως επίσης και ζευγάρια (1 – 1), αυτό έχει να κάνει με την πυκνότητα του υπάρχοντος πληθυσμού.

Η αναπαραγωγική περίοδος αρχίζει τον Φεβρουάριο –  Μάρτιο, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Τη συγκεκριμένη περίοδο διαλύονται οι ομάδες των αρσενικών ατόμων και κάθε ένα από αυτά εγκαθίσταται σε μια περιοχή όπου με ερωτοτροπική συμπεριφορά προσπαθεί να προσελκύσει θηλυκά άτομα στην περιοχή του.

Τα θηλυκά άτομα μετά την γονιμοποίησή τους εγκαταλείπουν το χαρέμι και  φτιάχνουν φωλιά. Τη φωλιά τη φτιάχνει στο έδαφος συνήθως στις παρυφές θάμνων.

Το θηλυκό γεννάει συνήθως 8 –15 αυγά χρώματος ελαιοκαφέ ή γκριζοπράσινου, τα οποία επωάζει για 23 – 28 ημέρες. Ο αριθμός των αυγών εξαρτάται συνήθως από την ηλικία του ατόμου. Τα νεαρά άτομα συνήθως γεννούν λιγότερα αυγά από τα ενήλικα. Οι νεοσσοί αμέσως μετά την εκκόλαψή τους είναι ευθέως βαδιστικοί. Είναι έτοιμοι να πετάξουν σε ηλικία 12 ημερών και ανεξαρτητοποιούνται μετά από 10 – 12 εβδομάδες. Το φτέρωμά τους αποκτά το χρώμα των ενήλικων μετά την ηλικία των  5 – 6 μηνών. Σε περίπτωση καταστροφής της πρώτης φωλιάς το θηλυκό επαναφωλεοποιεί. Κατά τη δεύτερη φωλεοποίηση το θηλυκό γεννάει συνήθως λιγότερα αυγά.

Τροφή

Ο φασιανός είναι είδος παμφάγο. Η τροφή του είναι κατά 80 – 90 % φυτικής προέλευσης και κατά 10 – 20 % ζωικής προέλευσης. Τρέφεται με σπόρους αγρωστωδών και ψυχανθών φυτών, χυμώδεις καρπούς θάμνων όπως, κουμαριές, κρανιές, σορβιές, βάτα, αγριοκλήματα κλπ, χλωρά φύλλα από πόες και γράστες, καθώς επίσης και με ακρίδες, σκουλήκια, μεγάλα έντομα κλπ. Οι ημερήσιες ανάγκες του σε τροφή φτάνουν τα 60 – 70 γραμμάρια.

Στα νεαρά άτομα η ζωικής προέλευσης τροφή καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του διαιτολογίου τους, λόγω της αυξημένης περιεκτικότητάς της σε πρωτεΐνες.

Ο φασιανός τρέφεται κυρίως κατά τις πρώτες πρωινές και κατά τις τελευταίες απογευματινές ώρες. Είναι είδος ημερόβιο.

Κυνήγι

Σε κάποιους νομούς της Ελλάδας, όπου έχουν εισαχθεί υβρίδια φασιανού, επιτρέπεται το κυνήγι του  για  μικρό χρονικό διάστημα. Ωστόσο τα περισσότερα πουλιά απελευθερώνονται μέσα στις Ελεγχόμενες Κυνηγετικές Περιοχές (ΕΚΠ) όπου και αποτελούν μαζί με τις νησιώτικες πέρδικες τα κυριότερα θηράματα που «προσφέρονται». Ωστόσο το κυνήγι στις ΕΚΠ δεν γίνεται όπως θα έπρεπε γιατί, συνήθως, στα απελευθερούμενα πουλιά δεν δίνεται ο απαιτούμενος χρόνος  προσαρμογής στο φυσικό περιβάλλον. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η χρησιμοποίηση σκύλου δείκτη (φέρμας). Συνιστώνται όπλα με ανοιχτά τσόκ και φυσίγγια με μάλλινη τάπα Νο 6 – 7.

Θνησιμότητα

Μελέτες έχουν δείξει ότι παρατηρείται μεγάλη θνησιμότητα κυρίως σε απελευθερωμένα άτομα και κατά τον 1ο χρόνο της ζωής τους. Μεγαλύτερο ποσοστό θνησιμότητας παρουσιάζουν τα αρσενικά άτομα. Το μέσο ποσοστό θνησιμότητας στα αρσενικά άτομα φτάνει το 78.1 %, ενώ στα θηλυκά άτομα φτάνει το 62.3 %. Συνολικά σε όλα τα άτομα ενός πληθυσμού το μέσο ποσοστό θνησιμότητας τον πρώτο χρόνο της ζωής τους φτάνει το 81.4 % και το 58.4 % στα επόμενα χρόνια της ζωής τους. Το μεγαλύτερο σε ηλικία άτομο που έχει βρεθεί ήταν 7.5 ετών.

Πηγές: