Κυνήγι και τέχνη

Σε περίπτωση που έχετε στην κατοχή σας κάποιο κείμενο (ολόκληρο ή απόσπασμα), ποίημα ή άλλο έργο τέχνης που να σχετίζεται άμεσα με τη θήρα, σε ψηφιακή μορφή και θέλετε να το μοιραστείτε μαζί μας, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε με τον Κ. Σ. Βέροιας είτε τηλεφωνικά είτε μέσα απο τη φόρμα επικοινωνίας της ιστοσελίδας μας

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ιωάννη Κονδυλάκη «Η πρώτη αγάπη»

«…Ο Βασίλης που τον είδα τ’ απόγεμα μου βεβαίωσε τα λόγια της μάνας μου. Είχ’ ένα δίκαννο ελαφρό, που θα μου το ’δινε να κυνηγώ όλες τις μέρες που θα μέναμε στον Αμαλό.
– Και πότε θα πάμε;
– Ύστερ’ από δυο μέρες, το Σάββατο που ’ρχεται.
Εγώ θα ήθελα να πάμε την άλλη μέρα ευθύς, αλλ’ ο Βασίλης δεν ευκαιρούσε τόσο γρήγορα.
Τις δυο μέρες πέρασα σε πυρετό προσδοκίας κα στον πυρετό κείνο, μπορώ να πω, λησμόνησα ολότελα κάθε άλλο. Ανυπομονούσα να πάρω στο χέρι μου το τουφέκι κι έκανα όνειρα για τα κυνήγια που θα ’κανα.
Μετά τρεις μέρες ανεβήκαμε στον Αμαλό. Ο Βασίλης ήτο μεγαλύτερός μου κάμποσα χρόνια, νέος πλέον τέλειος. Όταν την αυγή ήρθε και με πήρε, είδα ότι είχε μόνο ένα τουφέκι κι εφοβήθηκα πως με γελούσαν.
– Και το δικό μου τουφέκι πού ’ναι; Δε μου ’πες πως θα μου δώσεις ένα τουφέκινα το ’χω μοναχικό;
– Το δικό σου θα το βρεις στη μάντρα. Το ’χω αφητό απού την άλλη βολά που πήα στον Αμαλό, εδά και δέκα μέρες.
– Εσείς με γελάτε, είπα με δυσπιστία, κοιτάζοντας πότε το Βασίλη, πότε τη μάνα μου.
– Γιάιντα να σε γελάσομε; είπε ο Βασίλης. Για να πας στον Αμαλό; Σα δε θες, μη ’ρθεις. Μα σα θες να βαστάς τουφέκι, να το δικό μου.
– Εγώ να το βαστώ;
– Είναι βαρύ και θα σε κουράσει, μα σα θες, βάστα το, σ’ όλη τη στράτα.
– Δε με κουράζει μένα.
Ένα πράμα τόσο επιθυμητό, μπορούσε να με κουράσει;
– Στ’ ανέβασμα, μου ’πε ο Βασίλης, θα παίξεις και την πρώτη σου τουφεκιά.
Δε χρειαζότανε περισσότερο για να παύσουν οι δυσπιστίες κι οι δισταγμοί μου. Ο δρόμος ήτον όλος ανηφορικός, τριών περίπου ωρών, και το τουφέκι ήτο βαρύ για την ηλικία μου. Σε κάμποση ώρα άρχισε να πονεί ο νώμος μου, αλλ’ υπόφερα χωρίς παράπονο το βάρος. Έριξα και σ’ ένα πουλί στο δρόμο, αλλ’ απότυχα. Ο Βασίλης όμως με βεβαίωσε πως το βρήκαν άκρη μερικά σκάγια κι ότι είδε φτερά που ’φυγαν στον αέρα. Κι έτσι η πρώτη μου βολή ήτο μισή επιτυχία.
Ο Αμαλός είναι οροπέδιο σε μεγάλο ύψος. Από το ένα μέρος, το νότιο, το κλειουν υψώματα με πρίνους, μεγάλα και δυνατά δέντρα· από το βόρειο μέρος ήτον ο Αφέντης, μαδάρα γυμνή και κατάξερη. Ανάμεσα στους πρίνους ήσαν πολλά μιτάτα, κι απ’ όλες τις μεριές αντηχούσαν κουδουνίσματα και σφυριές.
Κάτω στην άκρη του κάμπου ήτον ένα εκκλησιδάκι τ’ Αγιού Πνεμάτου. Από το ιερό του πήγαζε νερό κατάκρυο. Τον κάμπο σκέπαζε χόρτο παχύ, αλλά, ως ήκουσα να λέγουν οι βοσκοί, δεν άφηναν τα πρόβατα να βόσκουν στο υγρό μέρος, γιατί το χόρτο είχε βδέλες.
Όταν φθάναμε, άκουσα παράξενες κραυγές πουλιών κι ο Βασίλης μου ’πε πως ήσαν κολιακούδες. Τις είδα και να περνούν στον αέρα κοπάδια κι ο Βασίλης μου ’πε:
– Θες να τωσε παίξεις;
– Μα τσι τρώνε;
– Δεν τσι τρώνε, γιατ’ είναι, λέει, όξινο το κριας τως. Μα συ θα παίξεις για να μάθεις.
Μου είπε πώς να σκοπεύσω κι όταν περνούσαν σε καλή απόσταση, έσυρα τη σκαντάλη. Δεν περιγράφεται η συγκίνηση κι η χαρά μου όταν είδα μια κολιακούδα να στριφογυρίζεται στον αέρα και να πέφτει.
– Μωρέ, ζωή να ’χεις, Γιωργιό! Εσύ θα γενείς μεγάλος κυνηγός. Όλοι αρχίζουν απού τα καθιστά και συ την πρώτη σου πετυχιά την έκαμες στα πεταχτά!
Έτρεξα κι επήρα το πουλί και το περιεργαζόμουν· κι ιδιαίτερη χαρά μου ’καμε ότι τα πόδια της ήσαν κόκκινα. Ο θρίαμβός μου έτσι γινότανε μεγαλύτερος με τη σκέψη ότι το πουλί που σκότωσα ήτον έχταχτο πουλί.
Έφτασα στο μιτάτο μας, κρατώντας θριαμβευτικά το θήραμά μου· κι όταν ο γέρο τυροκόμος που βρήκαμε ’κει άκουσε πως σκότωσα την κολιακούδα στο φτερό κι ήτον η πρώτη μου τουφεκιά, έδειξε μεγάλο θαυμασμό. Εγώ πετούσα από περηφάνια και περισσότερο παρά σ’ άλλη περίσταση είχα το συναίσθημα πως ήμουν άντρας πλέον.
Γι’ αυτό κι όταν σε λίγο κατάλαβα πως ο Βασίλης με μεταχειρίστηκε σαν παιδί πειράχτηκα πολύ. Το δίκαννο που μου ’χε πει ότι θα ’βρισκα στη μάντρα δεν ήτον εκεί. Μου ’πε πως τάχα το είχε πάρει κάποιος βοσκός που ’λειπε, αλλά ’γω κατάλαβα πως μου ’χε πει ψέματα κι ότι το δίκαννο που μου ’ταξε ήτον ανύπαρχτο. Ο Βασίλης όμως βρήκε τρόπο να με ικανοποιήσει.
– Μπρε παιδί μου, εσύ τουφέκι δε θες; Να τουφέκι. Όσες μέρες θα κάνομε στον Αμαλό, το τουφέκι μου θα ’ναι δικό σου. Θα πηγαίνομε μαζί στο κυνήγι και βάστα το συ το τουφέκι. Α θες μου το δίδεις και μένα πότε πότε να παίζω κιανενούς πουλιού. Δε σ’ αρέσ’ έτσα;
Είχα τόση μανία για το κυνήγι, που θα δεχόμουνα κάθε συμβιβασμό, αρκεί να κυνηγούσα. Έτσι μάλιστα θα ’χα κοντά μου και το Βασίλη για να μου δίδει οδηγίες· γιατί όσο κι αν με μέθυσε η πρώτη επιτυχία, καταλάβαινα πως αυτή η δουλειά είχε και τέχνη, που δεν την ήξερα. Εγώ ούτε να γεμίσω το τουφέκι δεν τα κατάφερνα.
Η επόμενη μέρα μου ’φερε μια μεγάλη απογοήτευση. Θα ’ριξα δεκαπέντε τουφεκιές, χωρίς να χτυπήσω τίποτε, ενώ ο Βασίλης σκότωσε τρεις πέρδικες. Γύρισα στη μάντρα μελαγχολικός, αλλά με παρηγόρησαν. Αυτό, έλεγαν, μπορεί να συμβεί και στον καλύτερο κυνηγό. Το κυνήγι κι ο κυνηγός έχουνε μέρες. Πραγματικώς την άλλη μέρα σκότωσα δυο μικρόπουλα. Βγήκε και μια πέρδικα μπροστά μου, αλλά τόσο μ’ ετάραξε ο θόρυβός της, που, όσο να συνέλθω, είχε πάει πολύ μακριά. Το ίδιο έπαθα και μ’ ένα λαγό. Τον έβγαλε ο σκύλος του ξαδέρφου.
– Θες να του παίξεις; μου ’πε ο Βασίλης και μου ’διδε το τουφέκι. Α δεν τονε
πιάσει ο σκύλος, θα μας τονε σιμώσει και τότε του παίζεις.
Ετοιμάστηκα, αλλ’ όταν ο λαγός πέρασε κοντά μου, λησμόνησα την ετοιμασία μου. Κι αν ερχότανε κατά πάνω μου, φοβούμαι πως θα το ’βαζα στα πόδια. Αλλ’ ο σκύλος κατάφερε να τον πιάσει.
Και πάλιν ο Βασίλης βρήκε τρόπο να με παρηγορήσει:
– Καλά ’καμες και δεν του ’παιξες, γιατ’ ήτονε φόβος να σκοτώσεις το σκύλο. Επηαίνανε πολύ κοντά.
Οι αποτυχίες, αντί να εξασθενούν, δυνάμωναν το πάθος μου στο κυνήγι. Κάθε βράδυ κοιμόμουνα με την ελπίδα ότι την επόμενη θα γύριζα φορτωμένος κυνήγια.
Αλλά κι αν δεν χτυπούσα τίποτε, οι περιπέτειες του κυνηγιού μ’ ευχαριστούσαν τόσον, ώστε να μη μ’ απογοητεύουν οι άκαρποί μου κόποι.
Δεκαπέντε μέρες περάσαμε στον Αμαλό και τις θεωρώ από τις πιο ευχάριστες της ζωής μου. Η όρεξή μου είχε αποθηριωθεί κι έτρωγα σα λύκος. Το βράδυ ανάβαμε φωτιά, γιατί έκανε κρύο στην καρδιά του καλοκαιριού. Κι αν τη μέρα δε σκότωνα τίποτε, τη νύκτα στα όνειρά μου έκανα θραύση. Καμιά φορά μάλιστα ονειρευόμουν πως τουφέκιζα θηρία που γνώριζα μόνο από τη φυσική ιστορία ή από τα παραμύθια.
Οι βοσκοί έκαναν ευχάριστη συντροφιά αν κι ήσαν απλοϊκοί κι άπειροι του κόσμου. Είναι ζήτημα αν τρεις φορές το χρόνο πηγαίναν στο χωριό και κανείς των ίσως δεν είχε πάει στην πόλη. Οι περισσότεροι ήσαν ολιγόλογοι, συνηθισμένοι όπως ήσαν να ζουν με τα ζώα στις ερημιές. Αλλ’ ο γέρο τυροκόμος ήξερε πολλά πράματα. Τραγουδούσε παλαιϊκά τραγούδια κι έλεγε διάφορα παρατσάφαρα, δηλαδή αινίγματα και καθαρογλωσσίδια. Από τα τελευταία θυμούμαι ένα:
– Για πε, Γιωργιό, μα γλήγορα γλήγορα «ο καβρός αυγά ’γλυφε»
Εγώ το ’λεγα και γελούσαν, γιατί έμπλεκε η γλώσσα μου.
Θυμότανε και διάφορα επεισόδια των επαναστάσεων και τα διηγότανε ωραία.
Στις κυνηγετικές μου εκδρομές δε μ’ έτερπαν μόνον του κυνηγιού οι περιπέτειες, αλλά και τ’ άγνωστα κι ωραία μέρη που ’βλεπα. Και γνώρισα όλα τα μέρη στην περιοχή του Αμαλού. Ο Βασίλης που ’χε πολλές φορές κυνηγήσει εκεί πάνω, μου ήτον οδηγός μου. Διότι δε μ’ άφηνε ποτέ να πηγαίνω μόνος, από φόβο μην πάθω τίποτε. Αυτός ήξερε πού ήτον πηγή ή αρόλιθος. Ήξερε και τα βάραθρα που διατηρείται το χιόνι το καλοκαίρι.
Άλλη ηδονή για μένα ήτον η θέα και το αίσθημα του ύψους. Όταν από κει πάνω έβλεπα πόσον χαμηλά ήσαν κάτω η γη κι η θάλασσα, νόμιζα πως πετούσα, σα να ’μουν ανώτερος από άνθρωπος. Στα ύψη κείνα μου φαινότανε πως ήσαν ελαφρότερα τα μέλη μου. Αργότερα, όταν θυμόμουν αυτά τα αισθήματα, εξηγούσα την ψυχολογία των ορεινών, που ’ναι πιο περήφανοι από τους πεδινούς. Και χαρακτηριστικό είναι κείνο που λέγεται στη δυτική Κρήτη. Μια μέρα που καθόντανε κάμποσοι Ριζίτες σε μια κορυφή και παρατηρούσαν κάτω τα πεδινά μέρη, ένας απ’ αυτούς είπε: «Άραγες, μωρέ, κι αυτοί οι κατωμερίτες έχουνε ψυχή;»
Μια μέρα φθάσαμε ανατολικότερα σ’ άλλη κοιλάδα που τη λένε Λάπαθο. Άλλη μέρα κάναμε κάτι δυσκολότερο και τολμηρότερο· ανεβήκαμε στον Αφέντη. Η μαδάρα κείνη είναι η ψηλότερη και πιο κεντρική κορυφή της Δίκτης· κι επειδή ξεπερνά στο ύψος όλα τα γύρω βουνά, το θέαμα που παρουσιάσθη μπροστά μας ήτο διάπλατο και μέγιστο. Η Κρήτη φαινότανε στη μεγαλύτερή της επιμήκη έκταση, ανάμεσα σε δυο θάλασσες, το Κρητικό και Λιβυκό πέλαγος. Στη μέση στεκόταν ο κωνικός όγκος του Ψηλορείτη κι α δε μας εμπόδιζαν νέφη, θα βλέπαμε ίσως και τα Λευκά Όρη δυτικότερα. Ο κάμπος της Μεσαράς απλώνεται στο μεταξύ της Ίδης και Δίκτης διάστημα· και στη βορινή παραλία διακρινότανε, σαν ασπριδερή κηλίδα, το Ηράκλειο, κι απέναντί του το νησί Δία. Ανατολικά μια διαδοχή βουνών και κοιλάδων· κι έπειτα τελείωνε η Κρήτη στη Σητεία· κι άλλη θάλασσα παρουσιαζόταν από ’κει με δυο νησιά, την Κάσο και την Κάρπαθο.
Απ’ όλα όμως τα θεάματα τη ζωηρότερη εντύπωση μου ’καμε το μεγάλο οροπέδιο του Λασιθιού, όπου κατέβαιναν οι βορινές πλευρές του Αφέντη. Τ’ οροπέδιο του Λασιθιού, που ’χει μεγάλη δόξα στην ιστορία της Κρήτης, είναι χαμηλότερα του Αμαλού, αλλ’ είναι πολύ μεγαλύτερο και κατοικημένο. Ένας κάμπος, αυγοειδής στο σχήμα, που τον κλείουν απ’ όλα τα μέρη βουνά, είναι ομαλός σα χαρτί, που το ριγώνουν διασταυρωμένα χαντάκια πολυάριθμα· και γύρω τα χωριά, ασπριδερά στο πράσινο πλαίσιο που σχηματίζουν αμπέλια και δέντρα. Το χειμώνα η ορεινή αυτή πεδιάδα θα γινόταν λίμνη, αν δεν είχε στη δυτική της άκρη το χώνο, μια καταβόθρα, όπου τα χαντάκια οδηγούν τα νερά και καταπίνονται.
Είχα ακούσει για αγρίμια τω βουνώ μας, είδος άγριες αίγες, μεγαλύτερες από τις ήμερες, που τρέχουν σα λάφια και πηδούν βάραθρα φοβερά, αλλά δεν έτυχα να δω. Τότε ήσαν ακόμη, αλλ’ έως σήμερα λιγόστεψαν πολύ, με τη μεγάλη καταδίωξη που τους έκαμαν οι κυνηγοί. Δεν είχα δει κανένα κι είχα απελπιστεί αν θα ’βλεπα. Αλλά την τελευταία μέρα της διαμονής μου στον Αμαλό, ενώ ξεκουραζόμουνα με το Βασίλη κάτω σ’ έναν πρίνο, άκουσα θόρυβο κι είδα να περνά στ’ αντικρινό πλάι και σε μικρή απόσταση ένας τράγος.
– Αγρίμι, Γιώργη! μου ’πε σιγανά ο ξάδερφος. Θωρείς το;
Σαν ν’ άκουσε τη φωνή ο τράγος, στάθηκε μια στιγμή κι είδα πολύ μεγάλα κέρατα, γυρτά προς τα πίσω. Έπειτα έφυγε τρέχοντας κι έγινε άφαντος μες στους πρίνους και τους βράχους.
– Αν του παίζαμε ’δα, είπα του Βασίλη, δε θα το φτάνανε τα σκάγια;
– Δε θα το φτάνανε, μα κι άνε το φτάνανε, δε θα του κάνανε πράμα. Τ’ αγρίμι θέλει μπάλα για να πέσει.
Οι κυνηγετικές μου επιτυχίες, μετά την πρώτη, ήσανε λιγοστές και μικρές· κι όμως γύρισα στο χωριό με την όρεξη και την επιμονή να εξακολουθήσω το κυνήγι. Μ’ άναψε και περισσότερο τη μανία του κυνηγιού ο Βασίλης με τις υπερβολές που ’λεγε για μένα. Η μητέρα μου φαινότανε χαρούμενη, δεν έκαμε όμως την υπόσχεση που μου ’χε δώσει για το δίκαννο. Ήθελε, ως έλεγε, να μ’ αγοράσει ένα τσιφτέ ελαφρό, για τα χέρια μου· κι επειδή τέτοιος δε βρισκότανε στο χωριό, θα παράγγελνε να μου το φέρουν από την πόλη. Ωστόσο θα ’τον στη διάθεσή μου το τουφέκι του Βασίλη. Μου ’πε κι ο ξάδερφος ότι όσες φορές θα πηγαίναμε στο κυνήγι θα κρατούσα εγώ το τουφέκι μου κι αυτός θα ’ παιρνε δανεικό. Κι έτσι θα ’χα δικό μου τουφέκι.
Πρώτη φορά που γύρισα στο χωριό από απουσία χωρίς να δείξω ανυπομονησία να δω το Βαγγελιό· κι η μητέρα μου το ’χε κρυφή και μεγάλη χαρά, αλλά κι απόφυγε να μου πει τίποτε.
Μόνο για το κυνήγι μιλούσα και σκεπτόμουνα. Το πάθος του κυνηγιού φαινόταν ότι αποτελείωσε την κρυάδα που ’χε ριχτεί στην αγάπη μου…»