Πετροκούναβο

Θήρα

Επιτρέπεται η θήρα του Πετροκούναβου από 15/9 ως 28/2 κάθε κυνηγετικής περιόδου, όλες τις μέρες της εβδομάδας και χωρίς περιορισμό ημερήσιας κάρπωσης

Γεωγραφική κατανομή

Απαντάται στην Δυτική, Κεντρική και Νότια Ευρώπη, στη Μ. Ασία και Κεντρική Ασία. Στη χώρα μας βρίσκεται σε ολόκληρη την Ηπειρωτική και Νησιωτική Ελλάδα (Παπαγεωργίου 1990).

Είναι είδος δασόβιο αλλά ζει επίσης σε βραχώδεις τοποθεσίες κοντά σε κατοικημένες περιοχές ή ακόμα και σε στέγες σπιτιών. Το κυριότερο διαγνωστικό του στοιχείο, είναι ο χρωματισμός του λαιμού που είναι λευκός και εκτείνεται στο στήθος και στο πάνω ήμισυ των μπροστινών ποδιών. Στην Κρήτη απαντώνται άτομα τα οποία δεν έχουν το λευκό αυτό χρωματισμό ή φέρουν μια μικρή λευκή κηλίδα στο στήθος.

Κατάσταση πληθυσμού

Δεν υπάρχουν στοιχεία παρά μόνο εμπειρικές εκτιμήσεις οι οποίες τοποθετούν τον πληθυσμό του σήμερα σε ασφαλή ή / και αυξημένα κατά τόπους επίπεδα. Παλιότερα κυνηγιόνταν πολύ στη χώρα μας για το δέρμα του. Στην περίοδο της κατοχής και πιο μετά το κυνήγι του κουναβιού απέφερε ένα σημαντικό εισόδημα και γι’ αυτό το λόγο υπήρχαν οργανωμένες ομάδες που κινούνταν συνεχώς σε διάφορα μέρη για τα κουνάβια. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί αρκετά ο αριθμός τους. Τις 2-3 τελευταίες δεκαετίες, αυτή η δραστηριότητα έχει σταματήσει να εξασκείται, με αποτέλεσμα να έχει λάβει χώρα μια αρκετά ραγδαία αύξηση του πληθυσμού του σε όλα τα μέρη της Ελλάδας.

Αναπαραγωγική περίοδος

Είναι μονογαμικό είδος και ζευγαρώνει κατά τον Ιούλιο-Αύγουστο. Τα δύο φύλα ζουν χωριστά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, εκτός από την περίοδο του ζευγαρώματος. Το θηλυκό μετά από περίοδο εγκυμοσύνης 9 περίπου μηνών γεννά τον Μάρτιο-Απρίλιο, 3-5 μικρά. Στην πραγματικότητα η πραγματική διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι 60 ημέρες και αυτό γιατί παρατηρείται μια επτάμηνη περίπου καθυστέρηση στην εμφύτευση του βλαστικού κυστιδίου (γονιμοποιημένου ωαρίου), στα τοιχώματα της μήτρας. Τα μικρά απογαλακτίζονται μετά από 35 μέρες περίπου και εγκαταλείπουν την οικογένεια σε ηλικία 3 μηνών (Παπαγεωργίου 1990).

Το πετροκούναβο δεν διασταυρώνεται με το κουνάβι (Martes martes).

Συνήθειες

Είναι ζώο που ζει μονήρες. Είναι είδος νυκτόβιο αν και μπορεί να κινείται και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μπορεί να αναρριχηθεί στα δέντρα σε τοίχους, φράχτες κλπ, με μεγάλη ευκολία, χάρη στα δυνατά και γαμψά νύχια του. Η μεγάλη του ουρά το βοηθάει στο να διατηρεί την ισορροπία του όταν κινείται στα κλαδιά των δέντρων. Διατηρεί περιοχή  χωροκράτειας που κυμαίνεται από 3 μέχρι 5 χιλιόμετρα. Τη χωροκράτειά του την οριοθετεί με εκκρίματα διαφόρων αδένων που διαθέτει. Κολυμπά σπάνια. Τη λεία του τη φονεύει με δάγκωμα στο λαιμό όταν αφορά μικρά τρωκτικά, ενώ τα μεγαλύτερα σε μέγεθος θύματά του τα φονεύει με αποκοπή της καρωτίδας.

Γενικά

Είδος, που λόγω των ζημιών του προκαλεί σε πτηνοκτηνοτροφία παλαιότερα θεωρούνταν “επιβλαβές”. Είδος χωρίς κυνηγετικό ενδιαφέρον. Το γεγονός πως είναι νυκτόβιο και η ικανότητά του να αναρριχάται σε δέντρα το κάνει απρόσιτο στους κυνηγούς και τα κυνηγόσκυλα. Η χρονική περίοδος θήρας του είναι μέχρι 28/2 αλλά θεωρείται βέβαιο το γεγονός πως και δεν επιδρά στους πληθυσμούς του.

Επίδραση στους πληθυσμούς θηραμάτων

Η επίδρασή του στους θηραματικούς πληθυσμούς είναι μεγαλύτερη από αυτή της αλεπούς. Το κουνάβι λόγω του πιο μεθοδικού τρόπου ανίχνευσης της λείας βρίσκει και κάνει μεγάλη ζημιά στους θηραματικούς πληθυσμούς, κυρίως κατά την περίοδο της φωλεοποίησης στους νεοσσούς στα πτερωτά θηράματα και στα νεογνά των θηλαστικών θηραμάτων. Επίσης παρατηρείται το φαινόμενο να εξειδικεύεται σε διάφορες μορφές λείας, όπως τα αυγά στις φωλιές, με αποτέλεσμα να ψάχνει επισταμένα και να καταστρέφει τις περισσότερες φωλιές στην περιοχή χωροκράτειάς του.

Πηγή : Δ’ Κυνηγετική Ομοσπονδία Στερεάς Ελλάδος

Φωτογραφία:Κυνηγητική Συνομοσπονδία Ελλάδος (www.ksellas.gr)