Αλεπού

Θήρα

Επιτρέπεται η θήρα της Αλεπούς από 15/9 ως 28/2 κάθε κυνηγετικής περιόδου, όλες τις μέρες της εβδομάδας και χωρίς περιορισμό ημερήσιας κάρπωσης

Γεωγραφική εξάπλωση

Η Αλεπού ζεί σε ολόκληρη την Ευρώπη εκτός από την Ισλανδία, Β. Αφρική, Μ. Ασία, Αραβία, Κεντρική Ασία και Β. Αμερική. Στη χώρα μας βρίσκεται σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα και στη νησιώτικη, εκτός κάποιων νησιών του Αιγαίου. Εισήχθη το 1868 στην Αυστραλία (Παπαγεωργίου 1990).

Βιότοπος

Απαντάται σε μιά μεγάλη ποικιλία βιοτόπων λόγω της εύκολης προσαρμογής της στις διάφορες συνθήκες. σήμερα είναι πολύ έντονη η παρουσία της κοντά σε κατοικημένες περιοχές, ακόμα και μέσα σε οικισμούς ή χωριά. Πού έντονη είναι η παρουσία της κοντά σε σκουπιδότοπους.

Κατάσταση πληθυσμού

Ο πληθυσμός της στην Ευρώπη ( εκτός Ρωσίας) υπολογίζεται σε 700.000 άτομα (Παπαγεωργίου 1990). Είδος με πολύ μεγάλο πληθυσμό ο οποίος υπολογίσθηκε σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία αμοιβών (παλαιότερα ήταν επικηρυγμένος ο φόνος της), στην Ελλάδα για την περίοδο 1974-78 σε 320.000 άτομα (Κλώσσας 1979), υπολογισμός που θεωρείται έγκυρος από επίσημες εκθέσεις τον Υπ. Γεωργίας κατά το 1993.

Συνήθειες

Η αλεπού είναι είδος νυκτόβιο, χωρίς όμως να αποκλείονται και ημερήσιες μετακινήσεις της. Τα δύο φύλα ζουν χωριστά εκτός από την περίοδο της αναπαραγωγής και την περίοδο που ανατρέφουν τα μικρά.

Η αλεπού σημαδεύει την περιοχή επικράτειας της με τα εκκρίματα οσμοποιών αδένων που βρίσκονται στη βάση της ουράς της όπως επίσης και στα πέλματα των ποδιών της, με αποτέλεσμα να σημαδεύει με την οσμή της τα μονοπάτια στα οποία κινείται. Επίσης οριοθετεί περιοχές με τα ούρα και τα περιττώματα της. Τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα, λόγω της έντονης μυρωδιάς που αφήνει, να προσελκύει τα λαγόσκυλα, τα οποία πολλές φορές εγκαταλείπουν το ντορό του λαγού που ψάχνουν και να ακολουθούν το ντορό της αλεπούς.

Η αλεπού είναι δεινός δρομέας και πολύ καλός κολυμβητής. Η μεγάλη και φουντωτή ουρά της τη βοηθά να αλλάζει κατεύθυνση ενώ τρέχει με πολύ μεγάλη ευκολία.  Αυτά τα χαρακτηριστικά της σε συνδυασμό με τη δυνατή μυρωδιά που αφήνει, έχουν οδηγήσει τους Άγγλους κυνηγούς να έχουν καθιερώσει εδώ και πολλά χρόνια το κυνήγι της αλεπούς σαν εθνικό σπορ, με το οποίο ασχολείται η ελίτ της Αγγλικής κοινωνίας. Διατηρούνται πολύ μεγάλες αγέλες αλεπόσκυλων και αρκετά άλογα από κάθε κυνηγό μόνο και μόνο για το κυνήγι της αλεπούς. Στο συγκεκριμένο κυνήγι δεν χρησιμοποιούνται όπλα, αλλά οι κυνηγοί καβάλα στα άλογα ακολουθούν και εμψυχώνουν την αγέλη των σκύλων που  καταδιώκουν την αλεπού, μέχρι αυτή να εξαντληθεί και να συλληφθεί από τα σκυλιά.

Αναπαραγωγική περίοδος

Είναι είδος μονογαμικό του οποίου η περίοδος αναπαραγωγής αρχίζει τον Ιανουάριο – Φεβρουάριο και εξαρτάται από τις κλιματικές συνθήκες του περιβάλλοντος. Η θηλυκιά έρχεται σε οργασμό και η περίοδος που μπορεί να συλλάβει είναι 3 ημέρες.

Η εγκυμοσύνη διαρκεί 49-55 ημέρες, γεννά 3-6 και σπάνια 8 μωρά και η περίοδος διαρκεί 4 εβδομάδες (Παπαγεωργίου 1990). Φωλιάζει σε υπόγειες στοές, τις οποίες κατασκευάζει  μόνη της, ή χρησιμοποιεί στοές άλλων ειδών, όπως του ασβού. Μερικές φορές φωλιάζει σε κουφάλες δέντρων ή ανάμεσα σε βράχια. Μετά τον απογαλακτισμό των νεαρών, πράγμα το οποίο συμβαίνει σε ηλικία ενός μήνα, το θηλυκό κυρίως αρχίζει να τα εκπαιδεύει στο κυνήγι και στη σύλληψη της λείας. Η εκπαίδευση αυτή λαμβάνει χώρα κυρίως με ζωντανά – τραυματισμένα από το θηλυκό τρωκτικά ή πουλιά. αν κατά τη διάρκεια που τα μικρά είναι εξαρτώμενα, σκοτωθεί η θηλυκιά τότε τη φροντίδα τους αναλαμβάνει η αρσενική αλεπού.

Τα μικρά εγκαταλείπουν τη φωλιά και ζουν μόνα τους κατά το τέλος του θέρους. Σε αντίθεση με το λύκο και το τσακάλι δεν είναι δυνατή η επιμειξία της με το σκύλο.

Γενικά

Είδος με πολύ μεγάλους πληθυσμούς στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά το 1993, οπότε έπαψε ο έλεγχος του υπερπληθυσμού του με δηλητηριώδη δολώματα. Είδος χωρίς κυνηγετικό ενδιαφέρον στην Ελλάδα, δεν έχει αναφερθεί αξιόλογος αριθμός κυνηγετικών εξορμήσεων (από στοιχεία του προγράμματος ΑΡΤΕΜΙΣ). Μπορεί με ασφάλεια να θηρεύεται κατά τη χρονική διάρκεια της κυνηγετικές περιόδου μέχρι 28/ 2, χωρίς αρνητικές επιδράσεις στους πληθυσμούς της.

Θηρευότανε εντατικά παλαιότερα για την γούνα της, τις τελευταίες δεκαετίες όμως θηρεύεται περιστασιακά μόνον. Η αλεπού είναι είδος που αποτελεί έναν από τους βασικούς φορείς της λύσσας όπως και της τριχινιάσεως. Οι αλεπούδες προσβάλλονται επίσης πολύ συχνά από ψώρα. Τρέφεται κυρίως με τρωκτικά. Κάνει ζημιά στους θηραματικούς πλυθησμούς κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου κυρίως, όπου συλλαμβάνει κυρίως τα νεαρά ή τους νεοσσούς. Σπάνια επιτίθεται σε ενήλικα θηραματικά είδη. Ζημιές από την αλεπού σε ενήλικα θηράματα παρατηρούνται κυρίως στα εκτρεφόμενα θηράματα που απελευθερώνονται από τους κυνηγετικούς συλλόγους, τα οποία δεν έχουν αναπτύξει μηχανισμούς άμυνας απέναντι στην αρπακτικότητα. Αν και νυκτόβιο είδος εύκολα γίνεται αντιληπτή η παρουσία ή απουσία της σε μια περιοχή λόγω των συνηθειών της. Συχνά προκαλεί ζημιές στην οικόσιτη πτηνοτροφία καθώς και στην ελεύθερη αιγοπροβατοτροφία, όπου παρατηρείται το φαινόμενο να συλλαμβάνει τα νεογέννητα. Συνήθως όμως την βλέπουμε να κινείται αναζητώντας την τροφή της σε σκουπιδότοπους πλησίων κατοικιών, αγροικιών, χωριών ή περιμετρικά των πόλεων.

Πηγή : Δ’ Κυνηγετική Ομοσπονδία Στερεάς Ελλάδος

Φωτογραφία: http://commons.wikimedia.org/wiki/File:R%C3%B8d_r%C3%A6v_%28Vulpes_vulpes%29.jpg