Αγριοκούνελο

Θήρα

Επιτρέπεται η θήρα του από 20/8 μέχρι 10/3 κάθε κυνηγετικής περιόδου, όλες τις μέρες της εβδομάδας και χωρίς περιορισμό κάρπωσης

Εξάπλωση

Το αγριοκούνελο είναι ενδημικό είδος της νοτιοδυτικής Ευρώπης και της βορειοδυτικής Αφρικής.Εισήχθη στη Βρετανία κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα και από εκεί στην Αυστραλία κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα.Στη χώρα μας απαντάται σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου.Το βάρος του αγριοκούνελου κυμαίνεται μεταξύ 1350 – 2250 γραμμάρια. Το μήκος του σώματός του φτάνει τα 35 με 45 εκατοστά και το μήκος της ουράς του είναι  – 7 εκατοστά.

Ενδιαίτημα – Βιότοπος

Είναι είδος που απαντάται συνήθως σε πεδινές περιοχές και σπάνια βρίσκεται σε υψόμετρα πάνω από 600 μέτρα. Προτιμάει λοφώδεις εκτάσεις ή κρασπεδικούς βιοτόπους με ποώδη ή  θαμνώδη βλάστηση καθώς και νεοφυτείες κωνοφόρων και ιδίως Πεύκης. Αποφεύγει τα υψηλά και πυκνά δάση κυρίως λόγω μη επάρκειας τροφής σε όλες τις περιόδους του έτους.
Ο τύπος του εδάφους είναι ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την πυκνότητα του πληθυσμού τους. Προτιμάει χαλαρά και βαθιά εδάφη κατάλληλα για να μπορεί να κατασκευάσει στοές. Η υγρασία παίζει επίσης σημαντικό ρόλο. Η περιοχή που φτιάχνει τη φωλιά του δεν πρέπει να κατακλύζεται από νερό σε καμία περίοδο του έτους ενώ θα πρέπει να προσφέρει προστασία από τις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού. Είναι είδος που προσαρμόζεται πολύ εύκολα στις διαφορετικές συνθήκες του περιβάλλοντος.

Τροφή

Είναι είδος φυτοφάγο. Η τροφή του αποτελείται κυρίως από διάφορα είδη γράστεων ποών και δημητριακών. Σε περιόδους που αυτής της μορφής τροφή σπανίζει τότε τρώει φλοιούς και ετήσιους βλαστούς δέντρων και θάμνων. Τα αγριοκούνελα χρειάζονται τροφή που να περιέχει τουλάχιστον 55% υγρασία. Γι’αυτό το λόγο είναι δυνατό να τρέφεται με τροφές χαμηλής θερμιδικής αξίας αλλά με μεγάλη περιεκτικότητα σε υγρασία. Βιότοποι οι οποίοι διαθέτουν τροφή στα αγριοκούνελα με μεγάλη θρεπτική αξία και μεγάλη περιεκτικότητα σε υγρασία, διατηρούν αυξημένους πληθυσμούς αγριοκούνελου.

Συνήθειες

Είναι είδος νυκτόβιο. Κινείται κυρίως τις πρωινές και βραδινές ώρες και κατά τη διάρκεια της ημέρας παραμένει κρυμμένο στη φωλιά του.Είναι είδος κοινωνικό και ζει σε αποικίες σε υπόγειες στοές. Τις στοές τις κατασκευάζει με τη βοήθεια των ισχυρών νυχιών των μπροστινών ποδιών. Η αποικία αποτελείται από πολλές στοές που επικοινωνούν μεταξύ τους. Κατασκευάζονται αρκετές στοές που να επικοινωνούν με το εξωτερικό περιβάλλον. Οι στοές κατασκευάζονται με διάμετρο περί τα 15 εκατοστά ενώ ο χώρος της φωλιάς έχει άνοιγμα 30 – 60 εκατοστά. Βρίσκονται σε βάθος μέχρι 2,5 – 3 μέτρα από την επιφάνεια του εδάφους και έχουν συνολικό μήκος περί τα 50 μέτρα. Η κεντρική στοά – είσοδος της αποικίας είναι δυνατόν να αναγνωριστεί από το σωρό χώματος που σχηματίζεται εμπρός της από τους συνεχείς καθαρισμούς των εσωτερικών στοών.Η  κάθε αποικία διατηρεί περί τα 150 άτομα αγριοκούνελου. Μεταξύ των ατόμων υπάρχει ανεπτυγμένη κοινωνική οργάνωση και ιεραρχία.

Αναπαραγωγή

Το αγριοκούνελο είναι είδος πολυγαμικό. Η περίοδος αναπαραγωγής του συνήθως διαρκεί από τον Ιανουάριο μέχρι τον Αύγουστο. Σε αρκετές περιοχές είναι δυνατό ανάμεσα στο τέλος της μιας αναπαραγωγικής περιόδου και στην αρχή της επόμενης να μεσολαβεί ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
Συνήθως γεννάει 5 – 6 φορές το χρόνο από 4 – 10 νεογνά.Ο αριθμός των νεογνών κάθε γέννας εξαρτάται κυρίως από την εποχή του έτους, τις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν και την πυκνότητα του πληθυσμού. Η κοινωνική θέση της θηλυκιάς στην ιεραρχία της αποικίας παίζει επίσης ρόλο στον αριθμό των νεογνών που θα γεννήσει.Κατά μέσο όρο ο αριθμός των νεογνών δεν ξεπερνάει τα 10 με 15 το χρόνο.Έχει όμως αναφερθεί ότι σε περιοχές της Αυστραλίας έχει παρατηρηθεί να γεννούν κατά μέσο 27 – 30 νεογνά σε μια αναπαραγωγική περίοδο.
Η εγκυμοσύνη διαρκεί 28 – 31 ημέρες. Για την προστασία των νεογνών από τα αρπακτικά οι θηλυκές τα γεννούν σε ειδικές στοές μακριά από τις κύριες στοές της αποικίας. Μόνο οι θηλυκές που κατέχουν υψηλή θέση στην κοινωνική ιεραρχία της αποικίας γεννούν σε ειδικούς χώρους μέσα στις στοές της αποικίας.
Τα νεογνά κατά τη γέννησή τους ζυγίζουν 30 – 40 γραμμάρια, είναι άτριχα, κουφά και τυφλά. Τα μάτια τους τα ανοίγουν μετά την 10η ημέρα της ζωής τους και απογαλακτίζονται μετά την 3η με 4η εβδομάδα της ζωής τους.Η σεξουαλική τους ωριμότητα επέρχεται κατά τον 5ο με 8ο μήνα της ζωής τους.Στις ηπειρωτικές περιοχές ο αριθμός των εγκυμονούντων θηλυκών ατόμων στο σύνολο της κάθε αποικίας είναι μικρός στην αρχή της αναπαραγωγικής περιόδου, φτάνει στο μέγιστο στα μέσα αυτής και μειώνεται προς τα τέλη.Στις παράκτιες και πιο θερμές περιοχές, όπου η περίοδος της αναπαραγωγής είναι μεγαλύτερη, παρουσιάζεται και ένα δεύτερο μέγιστο προς τα τέλη της αναπαραγωγικής περιόδου. Αυτό οφείλεται στο ότι τα θηλυκά άτομα που γεννήθηκαν στις αρχές τις αναπαραγωγικής περιόδου, προς τα τέλη αυτής ζευγαρώνουν. Η σωματική διάπλαση των νεαρών ολοκληρώνεται στην ηλικία του ενός έτους.

Ζημίες που προκαλούνται από τον υπερπληθυσμό του αγριοκούνελου

Όταν οι πυκνότητες πληθυσμού του αγριοκούνελου φτάσουν σε υψηλά επίπεδα, είναι δυνατόν να προκαλέσει σημαντικές ζημιές στο βιότοπο λόγω της καταστροφής της ποώδους βλάστησης, την απογύμνωση των περιοχών και την δημιουργία σοβαρών προβλημάτων διαβρώσεως του εδάφους. Κατά συνέπεια τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα να προκαλεί σημαντικές ζημιές στις γεωργικές καλλιέργειες, στην κτηνοτροφία κλπ. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα εισήχθη από τη Βρετανία στην Αυστραλία. Το 1863 μετά από μια φωτιά, πολλά αγριοκούνελα ξέφυγαν από την φάρμα που εκτρεφόταν και εξαπλώθηκαν στην γύρω περιοχή κοντά στη Βικτόρια.Από εκεί η εξάπλωσή τους ήταν ραγδαία και έφτασε μέχρι τη Δυτική Αυστραλία μέχρι το 1894. Σε όλες τις κατάλληλες περιοχές για το αγριοκούνελο εγκαταστάθηκαν αποικίες μέχρι το 1930. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1930 – 1940 οι πυκνότητες πληθυσμού των αγριοκούνελων βρίσκονταν σε πολύ μεγάλους αριθμούς, με μεγάλες συνέπειες στην αγροτοκτηνοτροφία.Οι μέθοδοι ελέγχου του πληθυσμού που χρησιμοποιήθηκαν δεν έφεραν αποτελέσματα, οπότε το 1950 εισήχθη ο ιός της μυξωμάτωσης και λόγω της μεγάλης πυκνότητας των πληθυσμών του αγριοκούνελου εξαπλώθηκε ραγδαία σε όλη την Αυστραλία μέχρι το 1953.
Το 98% των ατόμων αγριοκούνελου που προσβλήθηκαν από τον ιό ψόφησαν. Από τότε και μετά χρησιμοποιήθηκαν και άλλες μορφές βιολογικών και  χημικών μεθόδων για τον έλεγχο του πληθυσμού τους.Οι ζημιές που προκαλούν στην βλάστηση της περιοχής που καταλαμβάνουν είναι τεράστια. Είναι δυνατό να μειώσουν τα διαθέσιμα της τροφής σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Το 1985 – 1986 μελέτες έδειξαν ότι τα διαθέσιμα τροφής σε κάποιες μειώθηκαν σε τέτοιο βαθμό που οι βοσκοικανότητα αυτών έφτασε τα 1,35 – 1,44 πρόβατα/10 στρέμματα. Σε άλλες περιοχές η βλάστηση απομακρύνθηκε εντελώς. Οι τροφικές προτιμήσεις των αγριοκούνελων μπορεί να οδηγήσουν επίσης σε αλλαγή της σύνθεσης της βλάστησης, με αποτέλεσμα μεγάλες περιοχές να κατακλυστούν από ανεπιθύμητα για το ζωικό κεφάλαιο είδη φυτών.

Πηγή : Δ’ Κυνηγετική Ομοσπονδία Στερεάς Ελλάδος

Φωτογραφία: http://en.wikipedia.org/wiki/Oryctolagus_cuniculus