Λαγός

Θήρα

Επιτρέπεται η θήρα του από 15/9 ως 10/1 κάθε κυνηγετικής περιόδου, μόνο Τετάρτη και Σαββατοκύριακο και με ανώτατο όριο ημερήσιας κάρπωσης 1 άτομο ανά κυνηγό.

Διαστάσεις

Μήκος σώματος: 52 -65 cm (χωρίς ουρά)

Βάρος αρσενικού:  3000 – 4500 gr

Βάρος θηλυκού:  3100 – 4700 gr

Μορφολογία

Γκριζόφαιο ζώο με μεγάλα αυτιά (μεγαλύτερα από το μήκος του κεφαλιού) και  μαύρες λωρίδες στις άκρες των αυτιών

Αναπαραγωγή

Ωριμάζει σε ηλικία 6 – 8 μηνών. Αναπαράγεται 1 – 5 φορές το χρόνο, εγκυμονεί για 41 – 43 ημέρες και γεννάει από 1 – 5 μικρά που τα σκορπάει στη γύρω περιοχή. Θηλάζει τα μικρά του μία φορά τη μέρα, το σούρουπο. Η αυξημένη αναπαραγωγική του δραστηριότητα οφείλεται στην ιδιομορφία της μήτρας της θηλυκής. Η μήτρα της λαγίνας είναι δισχιδής δηλ. αποτελείται από δύο χώρους. Όταν εμφυτεύεται το γονιμοποιημένο ωάριο στον ένα χώρο της μήτρας αρχίζει να αναπτύσσεται το έμβρυο. Μετά από 10 – 15 ημέρες μπορεί να προκληθεί ωορρηξία στον άλλο χώρο της μήτρας. Το νέο ωάριο μπορεί να γονιμοποιηθεί και να αρχίσει να αναπτύσσεται νέο έμβρυο με αποτέλεσμα όταν σε 30 περίπου ημέρες γεννήσει τα λαγουδάκια που έχουν αναπτυχθεί στον ένα χώρο της μήτρας  ήδη θα εγκυμονεί τα ηλικίας 15 περίπου ημερών έμβρυα στον άλλο χώρο της μήτρας. Έτσι σε χρονικό διάστημα 15 έως 20 ημερών θα έχουμε δύο γέννες. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται επικύηση.

Τροφή

Τρέφεται με πόες, καρπούς, νεαρούς βλαστούς και σπόρους δημητριακών. Ο λαγός παρουσιάζει ιδιαίτερη συμπεριφορά όσον αφορά την καλύτερη αξιοποίηση των θρεπτικών συστατικών της τροφής του. Τα κόπρανά του είναι δύο ειδών: α) αυτά που είναι σκληρά, στρογγυλά και σκούρου χρώματος, που με την επίδραση του αέρα γίνονται γκρίζα  και β) αυτά που είναι ακανόνιστα και δημιουργούνται στο τυφλό έντερο, που είναι μικρότερου μεγέθους, πολυεδρικά, γυαλιστερά και καλύπτονται με βλέννα. Τα κόπρανα αυτά είναι πλούσια σε βακτήρια και βιταμίνες και τρώγονται από το ίδιο το ζώο. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να  αξιοποιηθούν τα θρεπτικά στοιχεία και οι βιταμίνες που δεν αφομοιώθηκαν κατά την πρώτη πέψη. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται κοπρανοφαγία.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά

Η δισχιδής μήτρα που κάνει το θηλυκό ικανό να ζευγαρώνει τη στιγμή που είναι ήδη έγκυο, η κοπρανοφαγία που αν δεν συμβεί μπορεί να οδηγήσει σε αβιταμίνωση και στο θάνατο, η συμπεριφορά του κατά το ζευγάρωμα, η μη εκδήλωση χωροκράτειας όπως συμβαίνει στα περισσότερα ζώα, η πολυπλοκότητα των κινήσεών του πριν «γιατακιάσει», ο τρόπος του θηλασμού των μικρών του και η ιδιαίτερα μεγάλη γενετική του ποικιλομορφία είναι μόνο μερικά από τα παράξενα που χαρακτηρίζουν το λαγό. Σε αυτά προστίθεται η φοβερή ικανότητά του να ανταπεξέρχεται σε κινδύνους και αντιξοότητες και να εποικίζει τις πλέον ακατάλληλες, για άλλα είδη, περιοχές.

Συμπεριφορά

Σε αντίθεση με άλλα είδη της οικογένειας των λαγομόρφων που παραμένουν κάτω από το έδαφος όταν δεν κινούνται, ο λαγός κατά τη διάρκεια της ημέρας βρίσκεται έξω από τρύπες όπου ξεκουράζεται. Κινείται κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας, ως γνήσιο νυκτόβιο, οπότε και τρέφεται. Ωστόσο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, που η νύχτα είναι σχετικά μικρή, ο λαγός επεκτείνει τις δραστηριότητές του και κατά τη διάρκεια των πρώτων και τελευταίων ωρών της ημέρας. Οι λαγοί που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια της υλοποίησης ημέρας την υπόλοιπη ημέρα είναι προφανώς αυτοί έχουν ενοχληθεί από κάποιο εχθρό.

Οι λαγοί που ζουν σε αγροτικές περιοχές επιλέγουν να ξεκουράζονται σε σημεία  που έχουν καλή ορατότητα, έχοντας πίσω τους ή στο πλάι έναν θάμνο ή μια μεγάλη πέτρα. Αν όμως υπάρχει  αρκετά ψηλό χόρτο τότε το μόνο που κάνουν είναι να κάθονται κάτω διαμορφώνοντας μια μικρή κοιλότητα στη βλάστηση και να παραμένουν ακίνητοι. Αν όμως η βλάστηση είναι σχετικά χαμηλή ή ο καιρός είναι κρύος τότε σκάβει ένα μικρό λάκκο και βυθίζει το πίσω μέρος του σώματός του ώστε να κρύβεται και να προστατεύεται ταυτόχρονα από το κρύο. Η συνήθειά του αυτή τον κάνει αόρατο τις περισσότερες φορές. Ακόμα και σε έναν αγρό με χειμερινό σιτάρι λίγων εκατοστών ύψους διακρίνεται με πολύ μεγάλη δυσκολία. Όταν ο ήλιος βασιλέψει και δεν υπάρχει καμιά ενόχληση εγκαταλείπει την κρυψώνα του και τρέχει γρήγορα ψάχνοντας για τροφή. Νωρίς το πρωί επιστρέφει σε μια από τις κρυψώνες του για να ξεκουραστεί. Πολλοί λαγοί βέβαια επιλέγουν την άκρη ενός θαμνοτόπου ή δάσους για να κρυφτούν, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Παρατηρώντας το χειμώνα προσεκτικά τις άκρες των δασών αργά το σούρουπο, από ένα λόφο, μπορούμε να δούμε συχνά λαγούς να βγαίνουν για να τραφούν.

Οι περιοχές τροφοληψίας μπορεί να είναι κοντά στο «γιατάκι» (θέση όπου ο λαγός ξεκουράζεται την ημέρα) και το ζώο να αρχίσει να τρέφεται σχεδόν αμέσως από τη στιγμή που θα το εγκαταλείψει. Συνήθως όμως οι περιοχές αυτές δεν συμπίπτουν και ο λαγός για να βρει κατάλληλο χωράφι χρειάζεται να διανύσει αποστάσεις που συχνά ξεπερνούν το χιλιόμετρο. Αν και θεωρείται μοναχικό ζώο προτιμά να βόσκει μαζί με άλλα άτομα. Κι αυτό γιατί είναι ευκολότερο να εντοπιστεί κάποιος κίνδυνος από πολλά ζευγάρια μάτια κι αυτιά παρά από ένα. Επίσης έχει παρατηρηθεί ότι όταν τρέφονται σε μία περιοχή περισσότεροι από ένας λαγοί, σπαταλούν λιγότερο χρόνο στο να προσέχουν για επερχόμενους κινδύνους και έτσι τρέφονται για περισσότερη ώρα αξιοποιώντας καλύτερα  τη διαθέσιμη τροφή.

Οι περιοχές τροφοληψίας αλλάζουν ανάλογα με τη βλάστηση που διαθέτουν τα χωράφια μέχρι να οργωθούν. Έτσι οι αγροτικές περιοχές αξιοποιούνται διαφορετικά ανάλογα με την εποχή του έτους, το είδος και το στάδιο της βλάστησης. Η περιοχή στην οποία κινείται ένας λαγός  ποικίλει από 200 έως 1000 στρέμματα. Η προτίμησή του σε ανοίγματα του δάσους, σε θαμνότοπους και φυσικούς φράχτες εξαρτάται από την κλίση του εδάφους, την ποιότητα και ποσότητα της πυκνής φυσικής βλάστησης, τη δυνατότητα που δίνεται στο ζώο να διαφύγει από τους διώκτες του και τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί αποτελεσματικά τα διαθέσιμα τροφής με τον ελάχιστο δυνατό κίνδυνο.

Η τελειοποίηση των  τεχνικών, που έχει αναπτύξει ο λαγός για να αποφεύγει τους εχθρούς του, είναι γι’ αυτόν πραγματικά θέμα ζωής και θανάτου. Προσπαθεί λοιπόν να ξεφύγει από τους εχθρούς του μπερδεύοντας τα ίχνη του. Ποτέ δεν φτάνει στο μέρος που πρόκειται να «γιατακιάσει» (δηλ να περάσει την ημέρα) χωρίς να κάνει μερικές βόλτες μπρος – πίσω για να παραπλανήσει τους διώκτες που ιχνηλατούν ακολουθώντας την οσμή που αφήνει. Παρατηρήσεις έδειξαν ότι τις περισσότερες φορές κατευθύνεται σε συγκεκριμένους διαδρόμους ή μονοπάτια που μπορεί να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα και τους γνωρίζει πολύ καλά, ώστε να έχει μεγάλη πιθανότητα να διαφύγει. Ποτέ, απ’ ότι φαίνεται, δεν αφήνει τη διαφυγή του στην τύχη αναζητώντας εκείνη την ώρα διεξόδους.

Κοινωνικότητα και ερωτοτροπίες

Αν και είναι γνωστή η προτίμηση των λαγών να τρέφονται κατά ομάδες δεν έχει αποσαφηνιστεί η κοινωνικότητά τους. Δεν δημιουργούν επικράτειες, δεν χρησιμοποιούν εντυπωσιακές τελετές για να προσελκύσουν τα θηλυκά, δεν διαθέτουν χαρέμια με θηλυκά και δεν έχουν ένα συγκεκριμένο τρόπο ζευγαρώματος όπως άλλα  ζώα. Οι έρευνες δείχνουν ότι υπάρχει κάτι παραπάνω από ένα πρότυπο στην κοινωνική τους οργάνωση. Για παράδειγμα κατά την επιλογή των θέσεων τροφοληψίας τα κυρίαρχα άτομα διώχνουν τα νεότερα και τα αδύναμα κι έτσι αναπτύσσεται μια ιεραρχία που είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Ο ανταγωνισμός για τροφή ατονεί από τη στιγμή που υπάρχουν προσιτές καλλιέργειες. Όταν μιά καλλιέργεια εξασφαλίζει τροφή, αυτή είναι αρκετή για όλους τους λαγούς της περιοχής. Έχει λοιπόν ιδιαίτερη σημασία να σπείρουμε ένα μικρό κομμάτι έκτασης μισού στρέμματος που θα μας κοστίσει 30 ευρώ παρά να απελευθερώσουμε 20 λαγούς που κοστίζουν περίπου 3000 ευρώ. Κι αυτό γιατί αν εξασφαλίσουμε τροφή και φύλαξη (προστασία) σε 2 – 3 θηλυκά που θα γεννήσουν, στο τέλος της σεζόν θα ζήσουν 10 – 20 μικρά. Το αποτέλεσμα αυτό είναι κατά πολύ προτιμότερο από την απελευθέρωση 20 λαγών εκτροφείου, οι οποίοι θα αντιμετωπίσουν μεγάλα προβλήματα προσαρμογής και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα κατορθώσουν να επιβιώσουν για μακρύ χρονικό διάστημα.

Επειδή συνήθως τα θηλυκά που είναι διαθέσιμα για αναπαραγωγή είναι λίγα σε σχέση με τα ενήλικα αρσενικά, ο ανταγωνισμός για ζευγάρωμα είναι έντονος. Τα αρσενικά μπορούν να ζευγαρώσουν με πολλά θηλυκά. Όταν αρχίζει η αναπαραγωγική περίοδος, συνήθως στα τέλη Ιανουαρίου ή αρχές Φεβρουαρίου, τα αρσενικά δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στα θηλυκά. Την εποχή αυτή είναι συχνό φαινόμενο οι λαγοί να ακολουθούν ο ένας τον άλλο. Ένα αρσενικό μένει κοντά στο θηλυκό και κυνηγάει οποιοδήποτε άλλο αρσενικό βρεθεί στην περιοχή. Αν μάλιστα φτάσει κοντά του το δαγκώνει και πολλές φορές αρχίζει σφοδρή μάχη μέχρι κάποιο από τα δύο να τραπεί σε φυγή.

Όταν το θηλυκό φτάσει σε οίστρο γίνεται δέκτης μεγάλης προσοχής από το αρσενικό το οποίο το ακολουθεί παντού και μυρίζει διαρκώς το έδαφος πίσω του. Αν το θηλυκό ενοχληθεί πολύ, γυρίζει πίσω εκνευρισμένο και αφού σηκωθεί στα πίσω πόδια χτυπά το αρσενικό με τα μπροστινά του πόδια και δίνει την εντύπωση πυγμάχου που χτυπά με τα χέρια του. Παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι αυτή η συμπεριφορά, που εκδηλωνόταν κυρίως την άνοιξη, σήμαινε ότι δύο αρσενικά πάλευαν για την διατήρηση της επικράτειάς τους. Η υπόθεση αυτή σήμερα έχει καταρριφθεί  μιας και ο λαγός όπως είπαμε δεν εκδηλώνει χωροκράτεια.

Πολλές φορές ένας νεαρός υποψήφιος «γαμπρός» προσεγγίζει κάποιο θηλυκό και μένει μαζί του «προστατεύοντάς» το μέχρι την εποχή του οίστρου τότε κάποιο κυρίαρχο αρσενικό θα τον κυνηγήσει  μακριά και θα ζευγαρώσει με το θηλυκό. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο πολλοί αρσενικοί λαγοί να βρίσκονται κοντά σ’ ένα θηλυκό. Αν και φαίνεται ότι υπάρχει μιά χαλαρή ιεραρχία μεταξύ των αρσενικών δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τηρούν χωροκράτειες και μάχονται για διαθέσιμο χώρο, όπως τα περισσότερα ζώα. Το βαρύτερο και πιο μεγαλόσωμο θηλυκό αρχικά απωθεί τον υποψήφιο επιβήτορα. Στο τέλος βέβαια υποκύπτει, επιτρέποντας το ζευγάρωμα το οποίο γίνεται πολύ γρήγορα και ολοκληρώνεται συνήθως με ένα σάλτο απομάκρυνσης του αρσενικού.

Το ζευγάρωμα δεν περιορίζεται μόνο τον Μάρτιο αλλά συνεχίζεται καθ’ όλη την αναπαραγωγική περίοδο που διαρκεί μέχρι το Σεπτέμβριο. Όμως η ερωτική συμπεριφορά του λαγού είναι εμφανής κυρίως στην αρχή της άνοιξης όταν τα περισσότερα θηλυκά ωριμάζουν, ενώ παράλληλα τα δημητριακά είναι ακόμα κοντά κι έτσι οι δραστηριότητες των ζώων γίνονται αντιληπτές. Από τη στιγμή που το αρσενικό ζευγαρώσει με το θηλυκό αρχίζει αμέσως να αναζητά νέο ταίρι. Ο ανταγωνισμός για τα θηλυκά είναι έντονος και ένα κυρίαρχο αρσενικό μπορεί να ζευγαρώσει με τα περισσότερα θηλυκά της περιοχής.

Το θηλυκό γεννάει σε ανοιχτούς χώρους και αρχικά τα μικρά του μένουν κρυμμένα στην βλάστηση όλα μαζί. Αργότερα για να μειωθεί ο κίνδυνος από τους άρπαγες, τα σκορπίζει σε διάφορα σημεία. Τα λαγουδάκια γεννιούνται με πλήρες τρίχωμα και ανοιχτά μάτια, χρειάζονται δε ελάχιστη φροντίδα από τη μητέρα τους. Έτσι το θηλυκό διαθέτει όσο το δυνατό λιγότερη ώρα στις επισκέψεις του στα μικρά, ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα να γίνουν αντιληπτά από τους άρπαγες. Κι αν ακόμα η παρουσία κάποιου νεαρού γίνει αντιληπτή, η απώλεια θα περιοριστεί σ’ αυτό μόνο. Είναι χαρακτηριστικό το φαινόμενο της επιλογής μιας ασφαλούς από άρπαγες θέσης, στην οποία το θηλυκό, μπορεί να γεννήσει περισσότερο από μιά φορές. Στην Δανία ερευνητές υπολόγισαν ότι η πραγματική «παραγωγή» ενός θηλυκού, αφού αφαιρέσουμε τις απώλειες, κυμαίνεται από 4 – 6 μικρά το χρόνο ενώ ο αριθμός των γεννών ανέρχεται από 2 – 5 το χρόνο. Υπό κανονικές συνθήκες η γέννηση των πρώτων μικρών φαίνεται να γίνεται αρχές Μαρτίου, η δεύτερη γέννα έρχεται περίπου οκτώ εβδομάδες αργότερ, η τρίτη  εννέα έως δέκα εβδομάδες μετά τη δεύτερη, η δε τέταρτη γέννα απέχει περίπου οκτώ εβδομάδες από την τρίτη. Τα παραπάνω έχουν επιβεβαιωθεί και από έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στη Δανία  στη Γερμανία και την Πολωνία. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η παραγωγικότητα των λαγών αυξάνεται όταν οι συνθήκες ευνοούν την ανάπτυξη της βλάστησης την άνοιξη και το καλοκαίρι καθώς και όταν το φθινόπωρο δεν έχουμε πολλές βροχές.

Ο θηλασμός των μικρών περιορίζεται σε 5 – 10 λεπτά, κάθε 24 ώρες, και  συνήθως γίνεται μια ώρα μετά τη δύση του ήλιου. Αυτή την ώρα η μητέρα επιστρέφει στο μέρος που γέννησε τα μικρά κι αυτά συγκεντρώνονται από τα σημεία  που βρίσκονται και θηλάζουν όλα μαζί. Πολλές φορές η ώρα του θηλασμού ποικίλει όταν πρόκειται για περιοχές που δέχονται ενόχληση από εξωτερικούς παράγοντες. Τα λαγουδάκια φαίνεται να καθοδηγούνται την ώρα του θηλασμού από το ένστικτό τους το οποίο τα κάνει να ακολουθούν το ένα το άλλο.

Η μητέρα δε φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα για το ποιά λαγουδάκια  θηλάζει. Όταν τυχαίνει δύο «γέννες» να βρίσκονται στην ίδια περιοχή, δεν είναι ασυνήθιστο τα μικρά να αναμιχθούν ώστε, κατά τη διάρκεια του θηλασμού,  μιά θηλυκιά να φιλοξενεί και τα μικρά της «γειτόνισσας».

Πηγή: Στ Κυνηγετική Ομοσπονδία Μακεδονίας Θράκης

Φωτογραφία: http://commons.wikimedia.org/wiki/Category:Lepus_europaeus