Δασικός Κώδικας – Βιβλίο Έκτο: Θήρα

ΝΟΜΟΣ 86/1969  Άρθρα που αφορούν το κυνήγι (Δασικός Κώδικας)

Από το Φεβρουάριο του 2012 έχει προκηρυχτεί η αναθεώρηση – κωδικοποίηση της Δασικής νομοθεσίας από το αρμόδιο Υπουργείο ΠΕΚΑ. Αν και θα καταβληθεί κάθε προσπάθεια να διατηρείται ενημερωμένη η ιστοσελίδα του Συλλόγου, παρακαλούνται οι επισκέπτες σε περίπτωση που τους ενδιαφέρει το αν και κατά  πόσο κάποιο συγκεκριμένο άρθρο του Δασικού Κώδικα βρίσκεται σε ισχύ, να επικοινωνούν με τα γραφεία του Συλλόγου.

 

Για την πληρέστερη κατανόηση των παρακάτω διατάξεων επιχειρήθηκε μία πρώτη μεταφορά ορισμένων προτάσεων και λέξεων στη Δημοτική από την Καθαρεύουσα, όπου θεωρήσαμε πως δεν αλλοιώνεται το νόημα. Για να δείτε το αρχικό κείμενο στην καθαρεύουσα, μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος

 

Άρθρο 251. Θηράματα.

Η Θήρα επιτρέπεται να ασκείται ως άθλημα, καθ’ όλη την Επικράτεια, κατά τις διατάξεις του παρόντος κώδικα.

Ως θηρεύσιμα θηράματα νοούνται όλα τα άγρια θηλαστικά και πτηνά πλην: Εκ των θηλαστικών: Των ακανθοχοίρου, νυκτερίδος, μυγαλής, ασπάλακος. Εκ των πτηνών: α) Των μικρότερων κατά μέγεθος της σιταρήθρας, μη συμπεριλαμβανομένης (τουτέστι των μικρότερων εις μήκος των 17 εκ.), β) των κύκνου, πελαργού, φοινικόπτερου ροδοχρόου, γερανού, κούκου, όλων των ειδών γύπα (ορνέου), παντός είδους δρυοκολάπτη, έποπος (τσαλαπετεινού), όλων των ειδών κίρκου (κιρκινεζιού) και τριόρχου, ακριδοθήρα (αγιοπουλιού), σίττης (τσοπανάκου σφυρικτή), αιγοθήλου (γιδοβίζι – πλάνου), του μικρού μελανοκεφάλου γλάρου, παντός είδους χελιδονιού, της χαλκοκουρούνας, παντός είδους νυκτόβιων και της δεκοχτούρας.

 

Άρθρο 252. Μέσα ασκήσεως θήρας.

(Όπως τροποποιήθηκε με το αρθρ. 2 ν. 177/1975)

Η θήρα ασκείται μόνον δια συνήθους κυνηγετικού επωμιζόμενου πυροβόλου όπλου, δια τόξου και κυνηγετικού μαχαιριού, με ή άνευ σκύλου. Ως συνήθη κυνηγετικά όπλα νοούνται τα επωμιζόμενα μονόκαννα, δίκαννα, επαναληπτικά ή αυτογεμή (αυτόματα) όπλα, που έχουν το εσωτερικό της κάνης λείο και όχι ραβδωτό. Η δια πυροβόλου πολεμικού όπλου ή αεροβόλου ή άλλου είδους όπλου άσκησης της θήρας απαγορεύεται.

Κάθε κάτοχος κυνηγετικού, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. ιβ του Ν.Δ. 542/1970 όπλου, υποχρεούται όπως, εντός τριμήνου από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος, εφοδιασθεί υπό της οικείας Δασικής Αρχής, με δελτίο κατοχής κυνηγετικού όπλου. Την υποχρέωση αυτή έχουν και οι εφεξής αποκτώντες κυνηγετικά όπλα, οι οποίοι υποχρεούνται όπως, εντός τριμήνου από την κτήση του όπλου, εφοδιάζονται δια του ως άνω δελτίου. Από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται οι οπλουργοί και οι έμποροι όπλων. Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, δημοσιευομένης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι λεπτομέρειες της εκδόσεως του ως άνω δελτίου. Σε περίπτωση μη εμπροθέσμου εκδόσεως του δελτίου κατοχής, με υπαιτιότητα του ενδιαφερομένου, επιβάλλεται υπό της Δασικής Αρχής πρόστιμο, υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, (Κεφάλαιο Θήρας), το ύψος του οποίου καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας. Το πρόστιμο δε δύναται να είναι κατώτερο των 1.000 δρχ. και ανώτερο των 10.000 δρχ.

Σε κάθε περίπτωση μεταφοράς κυνηγετικού όπλου δι’ οχημάτων παντός είδους, πλοίων κ.λ.π. ή εντός κατοικημένων περιοχών, το κυνηγετικό όπλο πρέπει να είναι κενό φυσιγγίων και να φέρεται υποχρεωτικά εντός θήκης, λελυμένο. Τα εντός των οικιών φυλασσόμενα κυνηγετικά όπλα, πρέπει να τηρούνται κενά φυσιγγίων.

Δύναται ο Υπουργός Γεωργίας, όταν απαγορεύεται η θήρα, να επιβάλει με απόφασή του, τη σφράγιση των κυνηγετικών όπλων. Με τη συνδρομή τεχνικών ή άλλων ειδικών λόγων, που αναφέρονται ρητώς στην απόφασή του, ο Υπουργός δύναται να εξαιρεί της υποχρεώσεως αυτής ορισμένες περιοχές της Επικρατείας.

Απαγορεύεται η τοποθέτηση και χρήση παγίδων, δηλητηρίων, δικτύων, βρόχων, ιξού, ειδικών καθρεπτών, αγκίστρων και παντός είδους ελκυστικών φώτων ή οργάνων ή άλλων αναλόγων μέσων, που έχουν σκοπό τη θανάτωση, σύλληψη ή νάρκωση, εν γένει αγρίων θηλαστικών και πτηνών, όπως και η εμπορία, κατασκευή και ή εκ του εξωτερικού εισαγωγή των οργάνων τούτων.

Απαγορεύεται ή προς θήρα χρησιμοποίηση ελαστικής σφεντόνας, κραχτών, ομοιωμάτων και μιμητικών φωνών των θηραμάτων.

Χρήση παγίδων πάσης φύσεως επιτρέπεται να γίνεται μετά από έγκριση του Υπουργού Γεωργίας μόνον για επιστημονικούς σκοπούς (δακτυλίωση, μελέτες, ταρίχευση).

 

Άρθρο 255. Κυνηγητικοί κύνες.

Κύριοι κυνηγετικών κυνών, μη εφοδιασμένοι δια δελτίου ταυτότητος τούτων, δεν απολαμβάνουν των περί προστασίας των κυνηγετικών διατάξεων του παρόντος.

Το δελτίο ταυτότητος των κυνηγετικών κυνών χορηγείται εις τούς κυρίους τούτων υπό τού οικείου κυνηγετικού συλλόγου, επί καταβολή παραβόλου οριζομένου δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

Προς διάκριση των κυνηγετικών κυνών, καθιερώνεται ενιαίο ομοιόμορφο διακριτικό σήμα δι’ άπασαν την Επικράτεια, καθοριζόμενο δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

Η μεταφορά δια δημοσίου μεταφορικού μέσου κυνηγετικού κυνός άνευ φίμωτρου απαγορεύεται.

Απαγορεύεται η κατά την νύκτα, στο ύπαιθρο ελεύθερη ή υπό επιτήρηση κυκλοφορία κυνηγετικών κυνών, ως και η κατά την ημέρα ελεύθερη κυκλοφορία τούτων, όταν και όπου απαγορεύεται η θήρα. Κυνηγετικοί κύνες, περιπλανώμενοι στο ύπαιθρο, κατά την απαγορευμένη περίοδο θήρας ή κατά την νύκτα ή δυνάμενοι να προκαλέσουν φθορές στην αγρία πανίδα συλλαμβάνονται και εν ανάγκη εξοντώνονται. Ομοίως χαρακτηρίζονται ως αδέσποτα ζώα και εξοντώνονται δια παντός μέσου, πάντες οι ελεύθερα στο ύπαιθρο κατά πάσα εποχή κυκλοφορούντες στις ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές, τα μόνιμα καταφύγια θηραμάτων και εκτροφεία μη κυνηγετικοί κύνες, παντός είδους, ως και αι γαλαί.

Απαγορεύεται η διατήρηση σε υπαίθριες ποιμενικές εγκαταστάσεις κυνηγετικών κυνών, ιδίως κυνών διώξεως (ιχνηλατών), ήτοι λαγόσκυλων, φωλεοδυτών, λαγωνικών.

Ο συλλαμβάνων κυνηγετικό κύνα περιπλανώμενο, φέροντα όμως διακριτικό σήμα, υποχρεούται όπως τον παραδώσει αμελλητί στον κύριο του ή την πλησιεστέρα δασική ή αστυνομική αρχή. Η αστυνομική αρχή υποχρεούται να ειδοποιήσει αμέσως το πλησιέστερο δασικό όργανο. Η δασική ή και άλλη αρχή παραδίδει τον κύνα εις τον οικείο κυνηγετικό σύλλογο, ο οποίος υποχρεούται όπως φροντίσει για την εύρεση του κατόχου και την απόδοση τούτου, μετά την καταβολή των μέχρι της αποδόσεως, εξόδων διατροφής και συντηρήσεώς του. Εάν εντός 15 ημερών από της παραδόσεως τού κυνός εις τον κυνηγετικό σύλλογο δεν βρεθεί ο ιδιοκτήτης του, ο σύλλογος προβαίνει εις την δια δημοπρασίας εκποίηση του κυνός, των πρακτικών ταύτης υποκειμένων εις την έγκριση του δασάρχου. Το εκπλειστηρίασμα, μετά την αφαίρεση των καταβληθέντων εξόδων διατροφής και συντηρήσεως του κυνός, αποδίδεται εις τον κύριο τούτου, εφ’ όσον ήθελε παρουσιασθεί εντός μηνός από της εκποιήσεως, άλλως εισάγεται στο Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (σε ειδικό λογαριασμό «Κεφάλαιο θήρας»), πλην του ενός τρίτου χορηγουμένου ως αμοιβή στον υπάλληλο που συνέλαβε τον κύνα.

Επί κυνηγετικών κυνών δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του Άρθρου 80 παρ. 3 του ν. 3030 της 6/11.10.1954 (περί Αγροφυλακής).

Για τούς κυνηγετικούς κύνας ισχύουν κατά τα λοιπά οι περί συλλογής κυνών αστυνομικές διατάξεις.

Επιτρέπεται η εκγύμναση των κυνών δεικτών και ερευνητών, συνοδευόμενων υπό των κυνηγών ή κυναγωγών, μη φερόντων κυνηγητικό όπλο, ένα μήνα προ της ενάρξεως της κυνηγετικής περιόδου και σε  περιορισμένες εκτάσεις, καθοριζόμενες υπό της οικείας δασικής αρχής.

Επιτρέπεται μετά ή άνευ κυνός, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, η χρησιμοποίηση θηρευτικού ιέρακος μόνον για θήρα αποδημητικών πτηνών (ιερακοθηρία), εκγυμνασμένου αετού δια την θήρα των επιβλαβών θηλαστικών ως και της ικτίδος (γαλής) για την θήρα των αγριοκούνελων.

 

Άρθρο 256. Απαγορεύσεις θήρας – Προστασία θηραμάτων Απαγορευμένοι για τη θήρα χώροι.

(Όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 6 του ν. 177/1975).

Απαγορεύεται η θήρα εντός των πόλεων, κωμοπόλεων, χωρίων ή συνοικισμών εν γένει και σε ακτίνα 250 μέτρων από τις παρυφές αυτών ή σε ακτίνα 100 μέτρων από μεμονωμένες οικίες. Κατά παρέκκλιση, δύναται ο Υπουργός Γεωργίας, μετά από πρόταση της δασικής αρχής και σύμφωνης γνώμης της οικείας αστυνομικής αρχής, να επιτρέπει την θήρα των επιβλαβών θηραμάτων και στους ανωτέρω χώρους.

Απαγορεύεται η θήρα άνευ της συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτου, νομέως ή μισθωτού: α) Εντός των αμπελώνων από της ενάρξεως της περιόδου της θήρας έως λήξεως του τρυγητού. β) Εντός των αθέριστων λειμώνων. γ). Εντός καλλιεργουμένων εκτάσεων ή οπωρώνων από της ανθοφορίας μέχρι και της συγκομιδής των καρπών. δ). Εντός περιφραγμένων δια υνεχούς αδιαπέραστου και ανυπερβλήτου από άνθρωπο φράχτη παντός είδους, ύψους τουλάχιστον ενός και μισού μέτρου (1,50μ.) ιδιοκτήτων εκτάσεων.

Απαγορεύεται η θήρα εντός του πυρήνα εθνικών δρυμών.

Απαγορεύεται η θήρα δια σκοπεύσεως επί πτηνών ισταμένων επί τηλεγραφικών στύλων, τηλεγραφικών καλωδίων του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος και λοιπών έργων, πάνω στων οποίων τις εγκαταστάσεις δύναται να προκληθεί βλάβη.

Απαγορεύεται η τοποθέτηση απαγορευτικών της θήρας πινακίδων, χωρίς προηγούμενης εγγράφου εγκρίσεως της οικείας Δασικής Αρχής.

 

Άρθρο 257. Προστασία υδροβίων – Σκοπευτήρια – Αμοιβές δίωξης επιβλαβών θηραμάτων

Στα βασιλικά δασοκτήματα και πανεπιστημιακά δάση επιτρέπεται η άσκηση της θήρας κατά τις διατάξεις τού παρόντος, κατόπιν ειδικής αδείας της διευθύνσεως των βασιλικών κτημάτων ή των πανεπιστημιακών αρχών.

Σε περιοχές που περιλαμβάνουν λίμνες, βάλτους, ελώδεις εκτάσεις ή δέλτα ποταμών και ποταμοκόλπους, όπως και σε παρόχθιες γενικώς εκτάσεις, στις οποίες σταθμεύουν και διαβιούν τα υδρόβια πτερωτά θηράματα (ένυδρα και παρυδάτια), δύναται ο Υπουργός Γεωργίας δι’ αποφάσεώς του να λάβει κάθε μέτρο πρόσφορο που να αποβλέπει στην διατήρηση, διαφύλαξη και αύξηση του θηραματικού κεφαλαίου, σχετικό προς την άσκηση της θήρας.

Απαγορεύεται πάσα μόλυνση δι’ οιουδήποτε τρόπου υδάτων, λιμνών, ποταμών, λιμνοθαλασσών, είτε δια δηλητηρίου είτε εξ υπολειμμάτων διαφόρων εργοστασίων και βιομηχανιών. Οι ιδιοκτήτες τούτων υποχρεούνται όπως, δια της ιδρυτικής των μελέτης ή δια συμπληρωματικής τοιαύτης δια τα ήδη υφιστάμενα, προβλέπουν την κατασκευήν των απαραιτήτων τεχνικών έργων προς ασφαλή και αζήμια, δια τα ρέοντα ύδατα, την πανίδα και χλωρίδα, παροχέτευση των βιομηχανικών ακαθάρτων υδάτων.

Επιτρέπεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, μετά από πρόταση της κυνηγετικής συνομοσπονδίας και τη σύμφωνη γνώμη του δασάρχη, η ίδρυση κυνηγετικών σκοπευτηρίων από τις κυνηγετικές οργανώσεις, με σκοπό την εξάσκηση των κυνηγών και τη διενέργεια αθλητικών σκοπευτικών αγώνων, ως και ο καθορισμός περιοχής εκγυμνάσεως κυνηγετικών κυνών. Η θέση και λειτουργία εν γένει τούτων καθορίζονται στην εν λόγω απόφαση.

Οι αμοιβές για την καταπολέμηση επιβλαβών θηραμάτων, ο τρόπος παραδόσεως και παραλαβής των τεκμηρίων, η πληρωμή της αμοιβής αμέσως, επί τη παραδόσει του τεκμηρίου, καταβαλλομένης, ως και πάσα άλλη λεπτομέρεια ρυθμίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

 

Άρθρο 258. Γενικές απαγορεύσεις θήρας

(Όπως τροποποιήθηκε με το αρθρ. 7 ν. 177/1975).

Απαγορεύεται: α) Η χρησιμοποίηση προς άσκηση θήρας μηχανοκινήτων πλωτών μέσων, για την θήρα των υδροβίων πτηνών εντός των λιμνών, ελωδών εκτάσεων, ποταμών και λιμνοθαλασσών.

β) Η άσκηση της θήρας από μηχανοκινήτων μέσων και η μεταφορά δια τοιούτων κυνηγετικών όπλων, εάν αυτά δεν είναι λελυμένα ή εντός θήκης, ως και δια πάσης φύσεως προβολέων και ελκυστικών φώτων.

γ) Οι οδηγοί των μηχανοκινήτων μέσων, μέσω των οποίων τρίτοι άσκησαν παράνομη θήρα, ευθύνονται ως συναυτουργοί, όπως και οι παραχωρήσαντες την χρήση τούτου, εφ’ όσον τελούν εν γνώσει. Οι παρά των ιδιοκτητών του τροχοφόρου άσκηση της θήρας, κατά τον διαληφθέντα τρόπον, θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση.

δ) Η θήρα ελάφου, δορκάδος (ζαρκαδιού), αιγάγρου (αγριοκάτσικου), αγριόγιδου, τετράωνος (αγριοπετεινού), ως και φασιανού. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας, μη δυναμένων εν πάση περιπτώσει να εκδοθούν προ της 1ης Αυγούστου 1971, δύναται να εγκριθεί η θήρα των ανωτέρω, εφ’ όσον ο αριθμός τούτων αυξηθεί, οπότε στην απόφαση θα καθορίζεται ο τόπος, ο τρόπος και ο χρόνος της θήρας, το είδος και ο αριθμός των θηραμάτων και η παρά του κυνηγού καταβολή προσθέτου τέλους αδείας.

Απαγορεύεται επίσης:

α) Η θήρα ωφελίμων πτηνών και θηλαστικών, καθοριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

β) Η αγοραπωλησία και η μεταφορά προς πώληση παντός είδους θηράματος κατά την διάρκεια της απαγορεύσεως της θήρας.

γ) Η αγοραπωλησία καθ’ όλον το έτος του λαγού και της πέρδικας, πλην των, κατόπιν αδείας της Δασικής Αρχής, διατιθεμένων πλεονασμάτων των εκτροφείων ως και θηραμάτων εκ των ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών.

δ) Η αγοραπωλησία παντός θηράματος, εφ’ όσον διαπιστωθεί ότι η θανάτωση του τελέστηκε με απαγορευμένα μέσα.

ε) Η μεταφορά, η έκθεση σε κοινή θέα και ο καθ’ οιονδήποτε τρόπον βασανισμός συλληφθέντων θηραμάτων.

στ) Η θήρα παρά του κυνηγού περισσότερων του ενός λαγού και τεσσάρων περδίκων για κάθε ημερησία έξοδο τούτου. Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται δι’ αποφάσεώς του να τροποποιήσει τον αριθμόν τούτον καθ’ άπασαν την Επικράτεια ή κατά περιφερείας ταύτης, ως επίσης να περιορίζει τον αριθμόν προς θήρα και άλλων θηραμάτων.

ζ) Η θήρα της άρκτου και του λύγκα (ρήσου) άνευ εγκρίσεως του Υπουργού Γεωργίας.

Ωσαύτως απαγορεύεται:

α) Η καταστροφή των φωλεών παντός πτηνού και η αφαίρεση εξ αυτών των αυγών και των νεοσσών και η αγοραπωλησία τούτων, πλην των κατά τας διατάξεις του άρθρου 257 χαρακτηριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού γεωργίας ως επιβλαβών.

β) Η θήρα με ενέδρα στις πηγές (καρτέρι) ή δια παρακολουθήσεως των ιχνών επί της χιόνος, ως και η χρησιμοποίηση βοηθού φέροντος όπλον, άνευ αδείας θήρας.

γ) Η μεταφορά ζώντος θηράματος καθ’ όλον το έτος και η διατήρηση εν αιχμαλωσία ωδικών πτηνών, ως και παντός θηράματος, πλην των εξωτικών (κολιμπρίων, καναρίων, ψιττακών), επιτρεπομένη μόνον δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας σε δημόσιες, δημοτικές ή κοινοτικές αρχές ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως και κυνηγετικές οργανώσεις προς εμπλουτισμό ζωολογικών κήπων και πάρκων των πόλεων.

Επιτρέπεται η κατόπιν ειδικής αδείας του Υπουργού Γεωργίας σύλληψη και μεταφορά θηράματος δι’ επιστημονικούς λόγους.

δ) Η άνευ αδείας της δασικής ή αστυνομικής αρχής μεταφορά κυνηγετικών όπλων σε υπαιθρίους τόπους κατά την περίοδο, στην οποία απαγορεύεται η θήρα, κατά δε το χρόνο της κυνηγητικής περιόδου άνευ αδείας θήρας.

ε) Η μετά του κυνηγετικού όπλου διάβαση μέσω απαγορευμένων για τη θήρα εκτάσεων, εκτός εάν το όπλον είναι λελυμένο.

στ) Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται ν’ απαγορεύει την θήρα παντός θηράματος σε περίπτωση χιονοπτώσεως μεγάλης διαρκείας και εντάσεως σε όλη την χώρα ή μεμονωμένες περιοχές.

ζ) Η θήρα σε ομάδες, που περιλαμβάνουν περισσότερους των έξι κυνηγών, εκτός της ομαδικής θήρας υδροβίων πτηνών, αγριόχοιρων και επιβλαβών ζώων, ήτοι λύκου, αλεπούς, θωός και κορακοειδών, η οποία δέον να διενεργείται κατόπιν αδείας του δασάρχου με την επίβλεψη δασικού οργάνου ή του κυνηγετικού συλλόγου. Η δι’ οιουδήποτε μεταφορικού μέσου μεταφορά μεγαλυτέρου αριθμού κυνηγών, εφ’ όσον κατά την διάρκεια ταύτης δεν ενεργείται θήρα δε θεωρείται ως παράβαση, ως επίσης και όταν οι περισσότεροι των έξι (6) κυνηγοί βρίσκονται  σε τέτοια απόσταση, ώστε να υφίσταται η απαιτουμένη ζώνη ασφαλείας δια τα θηράματα. Η ζώνη αύτη καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

η) Η άνευ προηγουμένης εγκρίσεως του Υπουργού Γεωργίας, εκ του εξωτερικού εισαγωγή, ζώντων ή μη, πάσης φύσεως θηραμάτων, ως και η εξαγωγή τοιούτων εις το εξωτερικό. Τα άνευ εγκρίσεως εξαγόμενα θηράματα κατάσχονται υπό της τελωνειακής αρχής και παραδίδονται στην πλησιέστερη δασική αρχή προς εκποίηση. Εν ελλείψει ταύτης, την εκποίηση δια πλειστηριασμού ενεργεί η τελωνειακή αρχή, του εκπλειστηριάσματος εισαγομένου εις το Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιο θήρας).

Κατόπιν αδείας του Υπουργού Γεωργίας επιτρέπονται ο φόνος και η ταρίχευση μη θηρεύσιμων θηραμάτων, προς εμπλουτισμό συλλογών μουσείων και των εργαστηρίων ζωολογίας των πανεπιστημίων, ως και δια διδακτικούς σκοπούς εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Οι δασικές αρχές δύνανται να εκδίδουν απαγορευτικές διατάξεις θήρας, μόνον κατόπιν αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως προς ρύθμιση θεμάτων που αφορούν την προστασία, διοίκηση και διαχείριση του θηραματικού πλούτου και της ασκήσεως της θήρας εν γένει.

 

Άρθρο 259. Ειδικά μέτρα προστασίας θηραμάτων.

Ιδιοκτήτες, νομείς ή μισθωτές οικιών, κήπων ή αγρών υποχρεούνται να καταστρέφουν τις υπό των κορακοειδών (κάργια, καρακάξα, κ.λ.π.) κατασκευαζόμενες φωλιές στις οικίες ή παραρτήματα τούτων ή σε δένδρα που βρίσκονται εντός των κήπων ή αγρών τους.

Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται:

α) Να διατάσσει επ’ αμοιβή ή μη την δι’ οιουδήποτε μέσου δίωξη ορισμένων θηραμάτων και λοιπών ζώων και καταστροφή των φωλεών τούτων, επιζήμιων εις την γεωργική, κτηνοτροφική, δασική, αλιευτική και θηραματική οικονομία, ιδία δε εκ των πτηνών των απαριθμούμενων εις την συναφθείσα την 18ην Οκτωβρίου 1950 στο Παρίσι διεθνή σύμβαση και υπογραφείσα υπό της Ελλάδος την 18η Νοεμβρίου 1953.

β) Να απαγορεύει τον φόνο θηράματος, όταν απειλείται δια πλήρους αφανισμού.

Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται ν’ απαγορεύει την εκχέρσωση εκτάσεων, ως και την υλοτομία ή αποκλάδωση μεμονωμένων δένδρων ή συστάδων ή δενδροστοιχιών, των οποίων η διατήρηση επιβάλλεται προς καταφυγή, προστασία και αναπαραγωγή (κατασκευή φωλεών) ζώων και πτηνών, τα οποία  είναι σπάνια ή τείνουν να εξαφανισθούν, ως και την βοσκή παντός ζώου σε πάρκα, εκτροφεία και σε νησίδες προς προστασία και μη εκφυλισμό των εκεί διαβιούντων σπανίων θηραμάτων.

Δι’ αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, δύνανται να λαμβάνονται τα ενδεδειγμένα μέτρα προστασίας των αποδημητικών πτηνών, για την μη πρόσκρουση τους  επί των φάρων.

Η χρήση γεωργικών φαρμάκων (εντομοκτόνων – ζιζανιοκτόνων) επί γεωργικών εκτάσεων επιτρέπεται με την καθοδήγηση της διευθύνσεως γεωργίας και σε ποσότητα τέτοια, ώστε να αποβαίνει ακίνδυνος δια τα θηράματα. Η χρήση τούτων εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων θα γίνεται κατόπιν συνεννοήσεως μετά της δασικής αρχής.

 

Άρθρο 260. Κυνηγετικές περιφέρειες – Χρόνος – Άδειες θήρας. Οικονομική εξυπηρέτηση

 (Όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 11 παρ. 2 ν. 177/1975).

Η όλη Επικράτεια διαιρείται στις κάτωθι κυνηγετικές περιφερείες:

Της Κρήτης και Δωδεκανήσου μετά των νήσων αυτών, με έδρα τα Χανιά.

Των νήσων Αρχιπελάγους, με έδρα την Μυτιλήνη.

Της Πελοποννήσου μετά των νήσων Ύδρας, Σπετσών, Ζακύνθου, Πόρου, Κυθήρων και Αντικυθήρων, Κεφαλληνίας, Ιθάκης και των λοιπών μικροτέρων της περιφερείας των, με έδρα τας Πάτρας.

Της Στερεάς Ελλάδος μετά των νήσων Ευβοίας, Λευκάδος, Σκύρου, Αιγίνης, Κυκλάδων, Σαλαμίνος, Κυθήρων, Ύδρας, Σπετσών και Πόρου, ως και των μικρότερων της περιφερείας των, με έδρα τας Αθήνας.

Της Ηπείρου μετά των νήσων Κερκύρας και Παξών, με έδρα τα Ιωάννινα.

Της Βορείου Ελλάδος (Μακεδονία – Θράκη) μετά των νήσων Θάσου και Σαμοθράκης, με έδρα την Θεσσαλονίκη.

Της Θεσσαλίας μετά των νήσων Σποράδων με έδρα την Λάρισα

 

 

Άρθρο 261, Χρόνος Θήρας.

(Όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 11 ν.δ. 996/1971 και άρθρ. 8 ν. 177/1975).

Το κυνηγετικό έτος αρχίζει από 1 Αυγούστου και λήγει την 31 Ιουλίου του επομένου έτους.

Η κυνηγετική περίοδος, στην οποία γενικώς επιτρέπεται η θήρα αρχίζει:

α) Του λαγού, από 15ης Σεπτεμβρίου και λήγει την 10η Ιανουαρίου.

β) Της ορεινής πέρδικας από 15ης Σεπτεμβρίου και λήγει τη 10η Μαρτίου.

γ) Της πεδινής πέρδικας από 1ης Οκτωβρίου και λήγει την 30η Νοεμβρίου.

δ) Των λοιπών θηραμάτων, εξαιρέσει της περιπτώσεως της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου από l5ης Σεπτεμβρίου και λήγει την 10η Μαρτίου.

Επιτρέπεται από 20ης Αυγούστου η θήρα τρυγόνων, δενδροβίων (αετομάχου – συκοφάγου) και λοιπών περιστεροειδών, των ορτυκιών μετά κυνός, ως και λοιπών επιβλαβών θηραμάτων, σε περιοχές όπου υπάρχουν περάσματα, καθοριζόμενα δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά από πρόταση των Δασικών Αρχών.

Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, δύναται δι’ αποφάσεώς του, μετά από πρόταση της δασικής αρχής ή της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας, να περιορίζει τη διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου ή τας εντός αυτής ημέρας θήρας, καθ’ όλη την Επικράτεια ή περιφερείας ταύτης.

Επιτρέπεται η θήρα μόνον κατά την διάρκεια της ημέρας, ήτοι μισή ώρα προ της ανατολής και μέχρις μισής ώρας μετά την δύση του ηλίου.

Από 11ης Μαρτίου και μέχρις ενάρξεως της κυνηγετικής περιόδου επιτρέπεται η δια δηλητηρίου καταπολέμηση των επιβλαβών θηραμάτων, με μέριμνα και ευθύνη των κυνηγετικών συλλόγων και άνευ χρήσεως κυνηγετικών όπλων, η σύλληψη στις  φωλιές των νεογνών και νεοσσών αυτών, ως και η καταστροφή των φωλεών των. Επίσης η συγκρότηση συνεργείων για έρευνα (παγάνα) ως και η δίωξη των κορακοειδών με την επίβλεψη δασικού οργάνου. Κατά την διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου η χρήση παγίδων και δηλητηρίων επιτρέπεται μόνον κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται δι’ αποφάσεώς του να παρατείνει την θήρα των αποδημητικών πτηνών καθ’ άπασαν την Επικράτεια ή περιφέρεια ταύτης, επί προσθέτω καταβολή τέλους καθοριζομένου στην απόφαση.

 

Άρθρο 262. Άδειες Θήρας.

(Όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 12 ν.δ. 996/ 1971).

Η θήρα επιτρέπεται μόνον στον κάτοχο αδείας θήρας, εκδιδομένης στον τόπο της μονίμου κατοικίας του υπό της αρμοδίας δασικής αρχής.

Ουδείς δύναται να λάβει άδεια θήρας, εάν δεν είναι μέλος κυνηγετικού συλλόγου. Εξαιρούνται όσοι, εκ της υπηρεσίας των, δεν επιτρέπεται να μετέχουν εις οργανώσεις, ως και οι αλλοδαποί.

Η άδεια θήρας, είναι προσωπική και αμεταβίβαστη, ισχύει δια την κυνηγετική περίοδο και περιφέρεια, για τις οποίες εξεδόθη και διακρίνεται σε:

α) τοπική, ισχύουσα δια την περιφέρεια του Νομού.

β) περιφερειακή, ισχύουσα δια μίαν των κυνηγετικών περιφερειών, περί ων το άρθρον 260 του δασικού κώδικα.

γ) γενική, ισχύουσα δι’ ολόκληρη την Επικράτεια και

δ) γενική τοιαύτην υπηκόων ξένων Κρατών, η οποία ισχύει για όλη την Επικράτεια.

Η άδεια θήρας εκδίδεται επί τη υποβολή γραμματίου ή τριπλοτύπου εισπράξεως του αρμοδίου Δημοσίου Ταμείου, υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφ. θήρας), εκ α) δραχμών εκατόν είκοσι πέντε (125), για την τοπική άδεια, β) τριακοσίων (300), δια τηv περιφερειακή, γ) εξακοσίων (600), για την γενική, δ) πεντακοσίων (500), δια τη γενική άδεια υπηκόων ξένων Κρατών, για άσκηση θήρας μέχρι δέκα πέντε ημερών, ε) χιλίων πεντακοσίων (1500), δια την γενική υπηκόων ξένων Κρατών, για άσκηση θήρας μέχρι δύο μηνών και στ) τριών χιλιάδων (3.000), για τη γενική υπηκόων ξένων Κρατών, για άσκηση θήρας κατά την διάρκεια ολοκλήρης της κυνηγετικής περιόδου. Οι ομογενείς υπήκοοι ξένων Κρατών ή οι διαμένοντες στην Ελλάδα πέραν της δεκαπενταετίας, καταβάλλουν, για την έκδοση αδείας, τα ως άνω για τους ημεδαπούς καθοριζόμενα ποσά. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, δημοσιευομένης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατή η αυξομείωση των ως άνω ποσών.

Προς έκδοση της κατά τα ανωτέρω αδείας θήρας απαιτείται εισέτι και γραμμάτιο ή τριπλότυπον εισπράξεως του αρμοδίου ταμείου υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιο Θήρας) εκ δραχμών εξήκοντα (60) για τοπικές και περιφερειακές αδείες και δραχμών εκατόν (100) για γενικές άδειες, προς εξασφάλιση λογαριασμού πληρωμής των εν άρθρω 267 φυλάκων θήρας. Η έκδοση των αδειών θήρας άρχεται από 1 Αυγούστου εκάστου έτους.

Τα στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου αναφερόμενα ποσά, δύνανται να αυξάνονται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας.

Δι’ αποφάσεως του επί της Γεωργίας Υπουργού, δημοσιευομένης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται ο τύπος, η μορφή και τα στοιχεία, τα οποία δέον να περιέχει η άδεια θήρας, η διαδικασία έκδοσης της, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προς έκδοση της, τόσον για τους Έλληνες πολίτες, όσον και για υπηκόους ξένων κρατών, ως και τα απαιτούμενα προσόντα υγείας, κυνηγετικής ικανότητας και κυνηγετικών γνώσεων για τους το πρώτον αιτουμένους έκδοση αδείας θήρας (νέους κυνηγούς).

Προς έκδοση αδειών θήρας κατοίκων των απαγορευμένων ζωνών της παραμεθορίου περιοχής απαιτείται ειδική έγκριση της αρμοδίας στρατιωτικής αρχής εφ’ απλού χάρτου.

Οι δημόσιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι, κάτοχοι αδείας θήρας, μετατιθέμενοι, δύνανται να θηρεύουν εις την περιφέρεια της θέσεως στην οποία τοποθετούνται με την αυτήν άδεια θεωρουμένη παρά της δασικής αρχής.

 

Άρθρο 263. Θήρα υπό δασικών υπαλλήλων.

Οι μόνιμοι δημόσιοι δασικοί υπάλληλοι δύνανται να θηρεύουν, όπου και όταν επιτρέπεται η θήρα, επί τη βάσει ατελούς αδείας εκδιδομένης παρά της δασικής αρχής.

 

Άρθρο 264. Απαγορεύσεις χορήγησης  αδειών θήρας.

(Όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 ν. 177/ 1975).

Άδεια θήρας δεν χορηγείται στους καταδικασθέντες:

α) Για κακούργημα σε οποιαδήποτε ποινή ή για πλημμέλημα, για το οποίο επεβλήθη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.

β) Για ζωοκλοπή, ζωοκτονία, παράνομη οπλοφορία, παράνομη κατοχή όπλου και παραβάση των διατάξεων περί θήρας.

γ) Για εμπρησμό, ανθρωποκτονία εξ αμελείας και φθορά ξένης ιδιοκτησίας, εφ’ όσον η τέλεση των αδικημάτων τούτων συνδέεται με την άσκηση της θήρας και με την προστασία των δασών.

Προκειμένου περί καταδικασθέντος μεν για παράβαση των διατάξεων περί θήρας, δύναται να εγκριθεί η χορήγηση αδείας θήρας υπό του Νομάρχου, μετά από γνώμη της αρμοδίας Δασικής Αρχής, μετά πάροδο δύο (2) ετών από της εκτίσεως της ποινής, περί καταδικασθέντος δε σε βαθμό πλημμελήματος επί παραβάσεων, οι οποίες περιγράφονται στις παραγράφους α, β και γ του παρόντος, δύναται να εγκριθεί η χορήγηση αδείας θήρας υπό του Νομάρχη μετά γνώμη της αρμοδίας Δασικής Αρχής μετά πάροδο πέντε (5) ετών από της εκτίσεως της ποινής.

Η μετά την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου καταδίκη, για παράβαση των διατάξεων του παρόντος, συνεπάγεται την ακύρωση της αδείας θήρας, ήτις κατάσχεται υπό των αρμοδίων δια την τήρηση των διατάξεων του παρόντος δημοσίων οργάνων, άνευ επιστροφής των καταβληθέντων δια την έκδοση χρηματικών ποσών.

Δε χορηγείται άδεια θήρας στους μη συμπληρώσαντες το 2lον έτος της ηλικίας των, δύναται όμως να χορηγηθεί τοιαύτη εις τους συμπληρώσαντες το 18ον έτος, εφ’ όσον προσκομισθεί υπεύθυνη δήλωση του έχοντος την επιμέλεια του ανηλίκου ότι συγκατατίθεται εις την έκδοση αδείας θήρας.

Ο Υπουργός Γεωργίας, μετά από πρόταση του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, δύναται ν’ απαγορεύει την χορήγηση αδείας θήρας σε ορισμένες περιφέρειες, εφ’ όσον λόγοι ασφαλείας το επιβάλλουν.

Ο Υπουργός Γεωργίας, μετά από πρόταση του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, δύναται ν’ απαγορεύει την χορήγηση αδείας θήρας σε άτομα χαρακτηριζόμενα ως επικίνδυνα εις την ασφάλειαν εν γένει ή ν’ ανακαλεί τυχόν χορηγηθείσες άδειες, άνευ επιστροφής των καταβληθέντων προς έκδοση αυτών χρηματικών ποσών.

 

Άρθρο 287. Ποινές κατά των παραβαινόντων τις διατάξεις περί θήρας.

(Το άρθρ. 287 τροποποιήθηκε με τα άρθρ. 16 του ν.δ. 996/1971 και άρθρ. 12 ν. 177/1975).

1. Οι παραβαίνοντες τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 252, τιμωρούνται δια κρατήσεως και δια στερήσεως της αδείας θήρας για ένα έτος.

2. Ο παρά την διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 252 χρησιμοποιών προς θήρα ελαστική σφεντόνα, κράχτες, ομοιώματα και μιμητικές φωνές των θηραμάτων, τιμωρείται δια κρατήσεως ή προστίμου.

3. Δια κρατήσεως ή προστίμου ή δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων τιμωρούνται:

α) Ο κατά παράβαση της διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 255 μεταφέρων κυνηγετικό κύνα δια δημοσίου μεταφορικού μέσου άνευ φιμότρου.

β) Οι παραβαίνοντες τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 255.

γ) Οι παραβαίνοντες τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 258.

δ) Οι παραβαίνοντες τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 259.

ε) Οι παραβαίνοντες τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 252.

4. Οι παραβαίνοντες τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 259 τιμωρούνται κατά τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 268.

5. Οι παραβαίνοντες τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 258 τιμωρούνται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Η επιβαλλομένη ποινή φυλακίσεως, λόγω παρανόμου θήρας δια μηχανοκινήτων μέσων ή ασκήσεως ταύτης δια προβολέων ως και η τοιαύτη λόγω της θήρας ελάφου, δορκάδος, αιγάγρου, φασιανού, τετράωνος (αγριοπετεινού), δε μετατρέπεται σε χρηματική.

6. Οι παραβαίνοντες τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 255 τιμωρούνται δια φυλακίσεως μέχρις έξι μηνών ή δια χρηματικής ποινής.

7. Οι εκ προθέσεως ή αμελείας παραβαίνοντες τις διατάξεις του άρθρου 256 τιμωρούνται δια φυλακίσεως μέχρι ενός έτους ή δια χρηματικής ποινής.

8. Οι εκ προθέσεως παραβαίνοντες τις διατάξεις του πρώτου και δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 252, τιμωρούνται δια φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή δια χρηματικής ποινής.

9. Οι παραβαίνοντες τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 8 του άρθρου 254 τιμωρούνται δια φυλακίσεως μέχρι δύο ετών.

10. Δια φυλακίσεως μέχρι δύο ετών ή δια χρηματικής ποινής ή δι’ αμφοτέρων τιμωρούνται:

α) Ο εκ προθέσεως αποκτείνων ή καθιστών ανίκανο προς θήρα κυνηγετικό κύνα άνευ υπόπτων εκδηλώσεων επί τούτου λύσσα. Δια της καταδικαστικής αποφάσεως επιδικάζεται αποζημίωση υπέρ του κυρίου του κυνός 1000 – 15000 δραχμών, αναλόγως της αξίας αυτού. Αποζημίωση επιδικάζεται και εν περιπτώσει καταδίκης δια κλοπή κυνηγετικού κυνός, εφ’ όσον δεν ήθελε πραγματοποιηθεί η απόδοση του κυνός εις τον κύριο αυτού.

β) Ο θηρεύων κατά χρόνο μη εμπίπτοντα εντός της κυνηγετικής περιόδου.

γ) Ο άνευ αδείας θήρας φονεύων ενδημικό θήραμα.

11. Διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή δια χρηματικής ποινής ή δι’ αμφοτέρων τιμωρούνται:

α) Οι εκ προθέσεως ή εξ αμελείας παραβαίνοντες τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 257.

β) Οι εκ προθέσεως ή εξ αμελείας παραβαίνοντες τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 258.

γ) Οι παραβαίνοντες τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 261.

δ) Οι θηρεύοντες άνευ αδείας θήρας.

ε) Οι αρνούμενοι να υποστούν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 289 έρευνα.

12. Οι παραβαίνοντες τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 255 τιμωρούνται δια φυλακίσεως τουλάχιστον ενός μηνός και δια χρηματικής ποινής.

13. Ο κατά παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 252 θηρεύων δια πυροβόλου πολεμικού όπλου ή αεροβόλου ή άλλου είδους όπλου, μη συνήθους κυνηγετικού, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον δύο μηνών και μέχρι δύο ετών, ως και δια χρηματικής ποινής.

14. Εις τον καταδικαζόμενο δια την θανάτωση ή σύλληψη ελάφου, δορκάδος, αγριόγιδου, παντός είδους αιγάγρου (αγριοκάτσικου), τετράωνος (αγριοπετεινού) και φασιανού, επιβάλλεται δια της καταδικαστικής αποφάσεως και χρηματική αποζημίωση υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιο θήρας), καθοριζομένη ως εξής: Δι’ εκάστην έλαφο ποσό δραχμών δέκα χιλιάδων (10.000), δι’ εκάστην δορκάδα, αγριόγιδο και αίγαγρο Κρήτης ποσόν πέντε χιλιάδων (5.000) δραχμών. Διά δε τα λοιπά είδη αιγάγρων ποσόν τεσσάρων χιλιάδων (4.000) δραχμών και δι’ έκαστον τετράωνο (αγριοπετεινό), φασιανό ή αφαίρεση των αυγών τους, ποσό πεντακοσίων (500) δραχμών. Τα ως άνω, ποσά δύνανται να αυξάνονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

15. Η ιδιότητα του καταδικαζομένου ως δημοσίου, δημοτικού ή κοινοτικού υπαλλήλου ή ως ανήκοντος στις ένοπλες δυνάμεις ή τα σώματα ασφαλείας ή ως μέλους διοικητικού συμβουλίου κυνηγετικής οργανώσεως, αποτελεί ιδιαιτέρα επιβαρυντική περίπτωση.

16. Η καταδικαστική απόφαση σε πταισματικές ποινές είναι εκλητή. Η ποινή της κρατήσεως δεν δύναται να είναι ελάσσων των δέκα (10) ημερών. Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 55 και 57 του Ποινικού Κώδικα.

17. Οι παραβάτες των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 252 τιμωρούνται δια φυλακίσεως μέχρι δύο (2) ετών και δια χρηματικής ποινής ή και δια μιας των ποινών τούτων, σε περίπτωσιν αμελείας.

18. Οι παραβάτες των περί θήρας αστυνομικών διατάξεων τιμωρούνται δια κρατήσεως μέχρις εξ (6) μηνών και δια προστίμου τουλάχιστον χιλίων (1.000) δραχμών, τα δε μέσα, δι’ ων ενεργείται η παράβαση, κατάσχονται και δημεύονται, κατά τας διατάξεις του άρθρου 288.

19. Όσοι δεν σφραγίζουν τα κυνηγετικά τους όπλα σύμφωνα προς την εν παραγράφω 4 του άρθρου 252 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας αλλά εκπροθέσμως και εντός 15 ημερών από της λήξεως της αναφερομένης εν αυτή προθεσμίας, τιμωρούνται διοικητικώς δια ποινής του προστίμου καθοριζομένης δια της αυτής αποφάσεως, από δραχμών 1000 κατ’ ελάχιστον μέχρι δραχμών 10.000 κατ’ ανώτατον όριο υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, (Κεφάλαιο θήρας). Το πρόστιμο αυτό καταβάλλεται κατά την έκδοση της αδείας. Μετά την πάροδο των ως άνω 15 ημερών οι παραλείψαντες την σφράγιση ως και οι αποσφραγίζοντες τα κυνηγετικά των όπλα τιμωρούνται δια του ως άνω προστίμου και προσέτι και ποινικώς, στερούνται δε αδείας θήρας για ένα κυνηγετικό έτος, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της δίκης.

20. Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 80 του Ν.Δ. 86/1969 τιμωρούνται δια φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και δια χρηματικής ποινής ουχί κατωτέρας των δέκα χιλιάδων δραχμών.

21. Δια παραβάσεις οι οποίες λαμβάνουν χώρα εντός των ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών ισχύουν τα κάτωθι: α) Δια κρατήσεως ή προστίμου, ή δι’ άμφοτέρων των ποινών τούτων τιμωρούνται:

α) Η διάβαση παντός, κυνηγού ή μη, δι’ όπλου, δια μέσου των κυνηγετικών περιοχών άνευ αδείας της Δασικής Αρχής. Η διάβαση επιτρέπεται μόνον εφ’ όσον τα όπλα είναι λελυμένα και εντός θήκης.

β) Η κυκλοφορία των οχημάτων, δια ταχύτητος μεγαλύτερης των ενδείξεων των ειδικών πινακίδων, ή χρήση παρά τούτων ηχητικών οργάνων και συσκευών, εκτυφλωτικών φώτων και προβολέων.

γ) Η κατασκήνωση παντός ατόμου άνευ αδείας της αρμοδίας Δασικής Αρχής.

δ) Η εισαγωγή ή διέλευση ποιμνίων ή ζώων άνευ αδείας των Κτηνιατρικών Αρχών ως και οι πτηνοτροφικές εγκαταστάσεις άνευ αδείας των Δασικών Αρχών και άνευ υγειονομικού ελέγχου.

ε) Η ολοκληρωτική δέσμευση της ροής των υδάτων, κατά την κατασκευήν αρδευτικού δικτύου ή διευθέτηση χειμάρρων ή έτερων έργων.

β) Δια φυλακίσεως μέχρι δύο (2) ετών ή δια χρηματικής ποινής ή δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων τιμωρούνται:

α) Δια θήρευση εξ αποστάσεως μεγαλύτερης των τεσσαράκοντα (40) μέτρων, πλην των ευγενών θηραμάτων.

β) Για θήρα μη ανεπτυγμένων θηραμάτων, για σύλληψη παντός είδους θηράματος, καταστροφή ή διατάραξη φωλεών, συλλογή αυγών, μόλυνση ποτιστρών και διατάραξη της πανίδας εν γένει.

γ) Για παράβαση της παραγράφου 16 του άρθρου 254.

δ) Τυχόν άλλες παραβάσεις εντός των ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών τιμωρούνται κατά τις γενικές διατάξεις του παρόντος.

 

Άρθρο 288. Κατάσχεση και δήμευση μέσων παρανόμου Θήρας.

1. Τα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος κώδικα κατεχόμενα, κατασκευαζόμενα, πωλούμενα ή χρησιμοποιούμενα παντός είδους όργανα κ.λ.π. μέσα, που έχουν σκοπό τη θήρα, σύλληψη ή θανάτωση εν γένει αγρίων ζώων, (θηλαστικών και πτερωτών), ασχέτως εποχής, κατάσχονται. Το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο διατάσσει την δήμευση των κατασχεθέντων και τα μεν απαγορευμένα μέσα καταστρέφονται, τα δε άλλα εκποιούνται παρ’ επιτροπής, οριζόμενης παρά του εισαγγελέως και αποτελούμενης εκ του προϊσταμένου της δασικής αρχής, ενός δημοσίου υπαλλήλου και ενός αντιπροσώπου του κυνηγετικού συλλόγου, δια δημοπρασίας, του εκπλειστηριάσματος κατατιθεμένου υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιο θήρας). Οι ανωτέρω διατάξεις της παρούσης παραγράφου έχουν εφαρμογή και επί καταδίκης δια παράβαση της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 252.

2. Τα εκ παρανόμου θήρας προερχόμενα θηράματα κατάσχονται και εκποιούνται αμέσως υπό του κατασχόντος ταύτα υπαλλήλου επί παρουσία ετέρου δημοσίου, δημοτικού ή κοινοτικού υπαλλήλου και εν απουσία τούτων επί παρουσία δύο μαρτύρων, του πρακτικού εκποιήσεως μη υποκειμένου εις έγκριση άλλης ανώτερης αρχής. Το εκπλειστηρίασμα, εάν η απόφαση του δικαστηρίου είναι αθωωτική, αποδίδεται εις τον αθωωθέντα, άλλως κατατίθεται υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιο θήρας).

3. Εάν δι’ οιονδήποτε λόγο τα όπλα, δίκτυα, παγίδες και λοιπά μέσα παρανόμου θήρας δεν έχουν κατασχεθεί και ο κάτοχος τούτων καταδικάζεται, διατάσσεται υποχρεωτικώς δια της καταδικαστικής αποφάσεως και η δήμευση τούτων η περαιτέρω δε τύχη τους διέπεται κατά τα εν τη παραγράφω 2 οριζόμενα. Σε περίπτωση μη παραδόσεως των πειστηρίων αδικαιολογήτως, ο καταδικασθείς υποχρεούται δια της καταδικαστικής αποφάσεως στην πληρωμή της αξίας τούτων, καθοριζομένης υπό του δικαστηρίου υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνατροφίας και Δασών (Κεφάλαιο θήρας), η οποία όμως δεν πρέπει να είναι κατωτέρα των διακοσίων (200) δραχμών, προκειμένου δε περί όπλων κατωτέρα των δύο χιλιάδων (2.000) δραχμών και προκειμένου περί μέσων μεταφοράς κατωτέρα των δύο χιλιάδων δραχμών (2.000) δια τα δίκυκλα και τρίκυκλα και των είκοσι χιλιάδων (20.000) δραχμών δια τα λοιπά μηχανοκίνητα μέσα.

4. Εάν ο ένοχος της παρανόμου θήρας έλαβε στην κατοχή του τα εις δήμευση κατά το παρόν άρθρον υποκείμενα δι’ αδικήματος, τότε αποδίδονται μεν ταύτα στο δικαιούχο, αντί δε της δημεύσεως επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή ίση προς την αξία των αποδιδομένων στο δικαιούχο πλέον πάσης άλλης επιβαλλομένης κατά τον παρόντα.

 

 

 

 

Άρθρο 289. Καθήκοντα ανακριτικών υπαλλήλων επί παρανόμου θήρας.

Οι δασικοί, δημοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι ως και τα όργανα της Αστυνομίας Πόλεων, Χωροφυλακής και Αγροφυλακής υποχρεούνται να καταγγέλλουν κάθε παραβάτη των περί θήρας διατάξεων.

Οι υπάλληλοι και τα όργανα της παραγράφου 1 ως και οι φύλακες θήρας, δικαιούνται να ερευνούν κάθε κυνηγετικό σάκο ως και τα μηχανοκίνητα μέσα, έχοντες δικαιώματα και καθήκοντα ανακριτικών υπαλλήλων, έτι δε και να προβαίνουν σε σωματική έρευνα κατά τα στο άρθρο 257 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας οριζόμενα. Οι ανωτέρω υποχρεούνται όπως, επί πάσης παραβάσεως των διατάξεων του παρόντος καθ’ οιανδήποτε περίοδο, κατάσχουν την άδεια θήρας, τα όπλα ως και πάντα τα χρησιμοποιηθέντα μέσα δια την ενέργεια παρανόμου θήρας, έτι δε και τα θηράματα εις οιανδήποτε κατάσταση και αν ευρίσκονται ταύτα, εφαρμοζομένων περαιτέρω των διατάξεων του άρθρου 288.