Το τέλος της ορεινής κτηνοτροφίας …

Το τέλος της ορεινής κτηνοτροφίας …

Αν κανείς κινείται, σήμερα, όπως οι κυνηγοί στην ύπαιθρο και αφουγκράζεται τη φωνή του ξωμάχου βοσκού, καταλήγει σε ένα οδυνηρό ερώτημα: Τι είδους ανοχή και αντοχή έχει η πλάτη αυτού του ανθρώπου, βοσκού ή γελαδάρη, που αντέχει αδιαμαρτύρητα χρόνια τώρα την απώλεια εισοδήματος, την αγωνία, την αβεβαιότητα και την απαξίωση, που του προκαλεί η απώλεια των ζώων του από τις διαρκώς αυξανόμενες επιθέσεις λύκου και αρκούδας;

Η υπόθεση αυτή ξεκίνησε στη δεκαετία του 1990 από την εφαρμογή των ευρωπαϊκών προγραμμάτων για τον λύκο και την αρκούδα. Η ελληνική πολιτεία με την πλήρως απαξιωμένη δασική-θηραματική υπηρεσία του υπουργείου Γεωργίας, στάθηκε εντελώς ανεπαρκής, ανίκανη και ανύπαρκτη να έχει δική της άποψη και γνώμη, για τον πραγματικό αριθμό αρπακτικών ζώων και την αρπακτικότητα, αλλά και για τη βαρύτητα των επιθέσεων στις μικρές ορεινές κοινωνίες.

 Η υπόθεση «μεγάλα αρπακτικά» αφέθηκε με δόλιο τρόπο και αποτέλεσε μονοπώλιο των οικολογικών οργανώσεων «Αρκτούρου» και «Καλλιστώ». Οι οργανώσεις αντιμετωπίστηκαν με πρωτοφανή εύνοια από το ελληνικό Δημόσιο, αλλά και τα μέσα ενημέρωσης, καθώς στελεχώνονταν από επικοινωνιακές «περσόνες» της εποχής. Που βεβαίως εξαργύρωσαν τη δημοσιότητα που απέκτησαν, με τα χρόνια.

Η πολιτεία αναγνωρίζοντας την ανικανότητα της, και στα πλαίσια της νέας μόδας των Μ.Κ.Ο, τους παραχώρησε το δικαίωμα «ειδικού» και αποκλειστικά «ασχολούμενου» με το αντικείμενο. Οι καθ’ ύλην αρμόδιοι σε όλο τον κόσμο και κυρίως στην Ευρώπη, δεν είναι οι οικολογικές ή οι συμπαθούντες τον λύκο οργανώσεις, αλλά οι τοπικοί δασάρχες και θηροφύλακες που έχουν πάντα το τελικό και μόνο λόγο.

Παρ’ όλες τις προσπάθειες των οικολογικών οργανώσεων και τα όποια έργα και τις προσεγγίσεις, έμειναν εκτός της αποδοχής των τοπικών κοινοτήτων. Αντιμετωπίζονταν πάντα με δυσπιστία, καχυποψία, ακόμη και ως «γραφικοί», με ρόλο στη λήψη αποφάσεων και κυρίως στη νομή και διαχείριση αφανούς χρήματος. Χρήματος που σπάνια «έφθανε» τις τοπικές κοινωνίες σε μορφή? ψίχουλων.

 Οι κτηνοτρόφοι έμειναν στο περιθώριο, στην απομόνωση των μικρών κοινοτήτων τους, χωρίς φωνή, χωρίς αντίδραση, χωρίς ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση. Με μόνο μέσο αντίδρασης την απόδοση «δικαιοσύνης» όταν τα πράγματα γίνονταν δύσκολα, την αυτοδικία. Φόλες, δηλητηριασμένα κουφάρια προβάτων και παράνομες εκτελέσεις αρκούδων και λύκων έδιναν τη λύση, όταν γίνονταν συχνοί επισκέπτες στα κοπάδια. Βλέπετε, τα σχολεία, οι δημόσιοι λειτουργοί, οι νομάρχες, οι κομματάρχες μέχρι και η πρωθυπουργική σύζυγος, έψαχναν για ενίσχυση της οικολογικής εικόνας τους. Γιατί αυτό πούλαγε. Τα μίντια έψαχναν για μοδάτα «οικολογικά» γεγονότα. Και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις τους πρόσφεραν αυτή ακριβώς την οικολογική «βάπτιση».

Τι μπορούσε να προσφέρει ο ταλαίπωρος βοσκός στην εικόνα των ανερχόμενων πολιτικών και κομματαρχών; Ούτε την ψήφο του δεν είχαν πια ανάγκη. Μόνο την υποχρέωση από τη συνθήκη της Βέρνης, να ταΐζει τα μεγάλα αρπακτικά, με τα ζώα του.! Μαζί συντηρήθηκε και η παραφιλολογία πως για τις επιθέσεις στα ζώα φταίνε μάλλον «αδέσποτα» σκυλιά που τα αφήνουν στα βουνά -ποιοι άλλοι ;-…οι άσπλαχνοι κυνηγοί! Λές και σε βουνό που υπάρχει λύκος? επιβιώνει αδέσποτο σκυλί ή αλεπού!

Η αρπακτικότητα των λύκων ειδικά, ποτέ δεν αξιολογήθηκε στη πραγματική της διάσταση στη χώρα μας. Αυτό αποτελεί τεκμηριωμένη άποψη των Ευρωπαίων που ασχολούνται και γνωρίζουν σοβαρά την υπόθεση «λύκος -αρκούδα».

Ειδικά για τις επιθέσεις των λύκων θεωρείται πως στην Ελλάδα υπάρχει «χαμηλή « εκτίμηση της ζημίας σε σχέση με τον θεωρούμενο πληθυσμό τους και την έκταση της χώρας. Θεωρείται ασαφής η ταξινόμηση των ζημιών μαζί με τις συνολικές ζημίες από άλλα αρπακτικά όπως αδέσποτα σκυλιά, τσακάλια, αλεπούδες ακόμη και αγριογούρουνα.

Αυτό που υποτίμησαν σταθερά όλοι οι εμπλεκόμενοι παράγοντες τόσο οι διοικούντες και οι νομοθέτες όσο και οι «οικολόγοι «είναι το διάσπαρτο και κατακερματισμένο πεδίο της ελληνικής υπαίθρου και το άναρχο καθεστώς αυτοδικίας που μπορεί να προκύψει οπουδήποτε.

Είναι αυτό το καθεστώς που ακριβώς συντηρούσε τα επιχειρήματα υπέρ της οικολογικής «προστασίας».

Σήμερα, η κτηνοτροφική κοινότητα της Στερεάς Ελλάδας κυρίως, είναι δραματικά πληττόμενη από την αρπακτικότητα του λύκου.

Μιλάμε για την πιο δύσβατη περιοχή της χώρας με ορεινούς όγκους δυσπρόσιτους και δασωμένους.

Υπάρχουν ολόκληρες οικογένειες που εγκαταλείπουν πια την κτηνοτροφία. Βαρέθηκαν να μετρούν ατέλειωτες επιθέσεις αναστάτωση των κοπαδιών νύχτα -μέρα και βέβαια, συνεχόμενες απώλειες. Από πλευράς ΕΛΓΑ υπάρχουν θέματα με την πιστοποίηση της θανάτωσης των ζώων, παρότι το επίπεδο αποζημίωσης είναι μάλλον υψηλό και συγκριτικά γρήγορο.

Ομως οι επιθέσεις δεν αφαιρούν απλώς μια γίδα από το κοπάδι. Το κοπάδι που υποφέρει γίνεται νευρικό αφού χάνονται ζώα. Οι έγκυες θηλυκές αποβάλλουν και η συνολική παραγωγική ρουτίνα του διαταράσσεται. Το χαμένο ζώο μπορεί να αποζημιώνεται. Ομως στη δουλειά αυτή επιλέγεις με τα χρόνια παραγωγικές γίδες και προβατίνες με την προοπτική μιας βελτίωσης του κοπαδιού. Η προσδοκία αυτή δεν αποζημιώνεται, με τίποτα. Αντίστοιχο φαινόμενο με τους λύκους πλήττει σήμερα και τη Νότια Γαλλία, που έχει ήδη ένα πληθυσμό από 200 λύκους, περίπου. Το θέμα «λύκος» έφερε στην επιφάνεια μια σειρά από γεγονότα και αντιδράσεις, σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος που βέβαια έχει κυρώσει και αυτό την περίφημη συνθήκη της Βέρνης. Οι λύκοι πέρασαν στη Γαλλία το 1990 από την Ιταλία. Οι επιθέσεις σταδιακά αυξάνονταν μαζί με τις αντιδράσεις των βοσκών και το 2011 έφτασαν σε εκατοντάδες επιθέσεις το χρόνο με χιλιάδες χαμένα πρόβατα.

Ο αριθμός των λύκων αμφισβητείται, αλλά δεν μπορεί να καταμετρηθεί καθώς έχει αποικίσει τις δύσβατες μεσογειακές Αλπεις.

Οχι στους λύκους…
Οι βοσκοί στις πληττόμενες περιοχές διαμαρτύρονται έντονα, σε όλα τα επίπεδα. Εχουν αναρτήσει πινακίδες στις εισόδους των χωριών? «όχι στους λύκους». Κάποιοι λύκοι σκοτώθηκαν συμβολικά και κρεμάστηκαν. Αναστατώθηκαν ολόκληρες τοπικές κοινωνίες. Επηρεάστηκε ο καλοκαιρινός κατασκηνωτικός τουρισμός. Το Διαδίκτυο πήρε φωτιά από υποστηρικτές και πολέμιους των λύκων. Ο Κον Μπετίτ αποχώρησε από τους Πράσινους γιατί διαφώνησε με τη διαχείριση του θέματος από τους «οικολόγους».

Το θέμα απασχόλησε το Παρίσι και παρότι οι επιθέσεις των λύκων συνεχίστηκαν, η κεντρική διοίκηση έλαβε υπόψη στα σοβαρά τις αντιδράσεις.

Η βασική λογική που ακολουθείται πλέον είναι πως μετά από 70 χρόνια προστασίας στη Γαλλία, οι λύκοι δεν έχουν τον φόβο του ανθρώπου, του σκύλου, και του όπλου. Τα τσομπανόσκυλα που μπορούν να κυνηγήσουν λύκους είναι επιθετικά και επικίνδυνα μόνο για παιδιά, ποδηλάτες και τουρίστες στις Αλπεις. Τα ηλεκτροφόρα καλώδια είναι ανεπαρκή. Οπως επίσης τα φώτα, οι πυροβολισμοί στον αέρα και οι φωνές. Μόνο η διαρκής ανθρώπινη παρουσία δείχνει να τους αποτρέπει, αλλά και αυτό είναι ανέφικτο να διαρκεί για 24 ώρες το 24ωρο.

Δοκιμάστηκε υπό την πίεση της κτηνοτροφικής κοινότητας κάθε δυνατό μέσο έως… γραφικότητας ή απλά σπατάλης!

Μέχρι και ειδικά κολάρα που ειδοποιούν για τον σφυγμό των προβάτων, με? sms, τον βοσκό (ο σφυγμός αυξάνει όταν δέχονται επίθεση)!

Σχεδιάστηκε η σύλληψη των λύκων και η εκμάθησή τους με ηλεκτρικό κολάρο ώστε να μην επιτίθονται στα πρόβατα. Εκεί γέλασε και η ευρωπαϊκή ένωση και το σχόλιο ευρωβουλευτού ήταν ? «τώρα θα μάθουμε και τους καρχαρίες να μην τρώνε ψάρια;»? «ή θα φτιάξουμε (? και θα πληρώνουμε) και εκτροφεία λύκου;»

Η τελική λύση που δόθηκε μοιάζει πολύ με την ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας και του κυνηγού, και ήδη εφαρμόζεται στις ΗΠΑ και στη Σουηδία που έχουν διαρκώς αυξανόμενους αριθμούς λύκων.

Σκοτώνονται από συνεργεία του δασαρχείου ή από πιστοποιημένους σκοπευτές-βοσκούς το 10% του πληθυσμού του λύκου, και κυρίως οι συχνά επιτιθέμενοι λύκοι. Ωστε το είδος, να αποκτήσει τον φυσικό φόβο προς τις ανθρώπινες δραστηριότητες και τα κοπάδια.

Η Σουηδία σε ένα εκτεταμένο κυνήγι που πήραν μέρος εκατοντάδες κυνηγοί, σκότωσε 27 λύκους από περίπου 400 πέρυσι. Η Γαλλία υιοθετώντας την ίδια πρακτική σκότωσε 11 λύκους φέτος από ειδικά συνεργεία θηροφυλάκων.

Η απόφαση πάρθηκε από την ίδια την Πολιτεία μετά από πολύ σκέψη και αγνόησε όλες τις οικολογικές και λυκοφιλικές αντιρρήσεις. Για τη γαλλική πολιτεία η επιβίωση ενός κτηνοτροφικού χωριού είναι ακόμα σημαντική.

Αλλωστε αν κάποιος αντιλαμβάνεται την φύση και τους μηχανισμούς της καταλαβαίνει πως η μόνη σωτηρία του λύκου, είναι η καλλιέργεια του φόβου και της απέχθειας για τον άνθρωπο και τις δραστηριότητες του.

Ο έλεγχος του αριθμού και της αρπακτικότητας του λύκου αφαιρώντας τα επιθετικά ζώα, είναι μια πράξη απολύτως στην κατεύθυνση της σωτηρίας του και τελικά της αποδοχής του από τις πληττόμενες κοινότητες.

Στην απαξιωμένη χώρα μας, των «επικοινωνιακών» πολιτικών χωρίς θάρρος γνώμη και άποψη, ποιος πολιτικός θα λάβει μια απόφαση που θα στηρίξει τις χειμαζόμενες κτηνοτροφικές κοινότητες της Στερεάς Ελλάδας;

Αυτοί που φοβούνται το… οικολογικό δελτίο του Σκάι;

Νίκος Κράλλης

Πηγή: Περιοδικό «Έθνος – Κυνήγι»,

(http://www.ethnos.gr/entheta.asp?catid=23385&subid=2&pubid=63863643)

Tagged: , ,