Η μετανάστευση των θηρεύσιμων πτηνών και οι ανεκμετάλλευτες πολύτιμες εμπειρικές γνώσεις των κυνηγών

Η μετανάστευση των θηρεύσιμων πτηνών και οι ανεκμετάλλευτες πολύτιμες εμπειρικές γνώσεις των κυνηγών

(8/10/2012)

Πιστά στο ετήσιο «ραντεβού» που ορίζεται αυστηρά από τη βιολογία τους, τα μεταναστευτικά θηρεύσιμα πτηνά που διαχειμάζουν στην Ελλάδα ξεκίνησαν να εμφανίζονται σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης. Τις τελευταίες μέρες πληθαίνουν οι αναφορές κυνηγών που φτάνουν στην ΚΟΜΑΘ για συναντήσεις με Μπεκάτσες, Φάσσες και Τσίχλες στα ορεινά (και όχι μόνο) αλλά και Αγριόπαπιες, Μπεκατσίνια κλπ στα πεδινά.

Στο παρελθόν δεν υπήρξε ποτέ συστηματική παρακολούθηση στην Ελλάδα του «μυστηριώδους» φαινομένου της μετανάστευσης των θηρεύσιμων πτηνών, από τις αρμόδιες Υπηρεσίες και τις Οργανώσεις που αυτοχαρακτηρίζονται ως περιβαλλοντικές. Σήμερα όμως, η έλλειψη των έστω και περιορισμένων κονδυλίων του παρελθόντος εκμηδενίζει ακόμη και τις δυνατότητες για παρακολούθηση του φαινομένου στην Ελλάδα σε αντίθεση με τα όσα επιτάσσουν οι (ανεφάρμοστες στην ουσία) Ευρωπαϊκές και Εθνικές διατάξεις που σχετίζονται με τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, τις οποίες πολλοί έχουν κάνει «σημαία», ελάχιστοι όμως εφαρμόζουν.

Έτσι ενισχύεται τα μέγιστα ο ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν κυρίως οι Έλληνες κυνηγοί (αλλά και κτηνοτρόφοι, υλοτόμοι κλπ που βρίσκονται τακτικά στην ύπαιθρο) οι οποίοι μέσα από την άσκηση της θήρας γίνονται μάρτυρες πλήθους βιολογικών διεργασιών που διέπουν τουλάχιστον τα θηρεύσιμα είδη. Διεργασίες οι οποίες είναι πρακτικά αδύνατο να καταγραφούν στο σύνολό τους ή έστω δειγματοληπτικά από τους επιστήμονες του κλάδου για πολλούς λόγους, ένας εκ των οποίων είναι και η έλλειψη κονδυλίων.

Η εμπειρική αυτή γνώση που αποκτούν οι κυνηγοί σχετικά με τη βιολογία των θηρεύσιμων ειδών αποτελεί πολύτιμη αλλά ανεκμετάλλευτη μέχρι σήμερα πρωτογενή τράπεζα πληροφοριών, σε έναν τομέα στον οποίο η Ελλάδα πάσχει τα μέγιστα, αυτόν της συλλογής πρωτογενών δεδομένων, σχετικών με τα διάφορα είδη της χλωρίδας και της πανίδας που συνθέτουν τη βιοποικιλότητά της. Η παραπάνω διαπίστωση αναφέρεται ρητά στα επίσημα έγγραφα της ΕΕ για τη θήρα, όπου οι κυνηγοί χαρακτηρίζονται ως «ειδικοί» στη βιολογία των ειδών τα οποία θηρεύουν.

Η σημαντική έλλειψη στοιχείων, σχετικών με την Ελληνική πανίδα, αποδεικνύεται περίτρανα αν μελετήσει κανείς την εισαγωγή του «Ελληνικού Κόκκινου Βιβλίου των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας» που εκδόθηκε το 2009 (με πολλές «τυμπανοκρουσίες») και αποτελεί την «επίσημη τράπεζα δεδομένων» για τα είδη που  περιλαμβάνει. Στην εισαγωγή λοιπόν του συγκεκριμένου «Βιβλίου», οι ίδιοι οι συντάκτες του αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Συνολικά αξιολογήθηκε το 40% περίπου των ειδών σπονδυλόζωων (422 είδη) που απαντώνται στην Ελλάδα.»(!!!) Μένουν δηλαδή περισσότερα από τα μισά είδη χωρίς στοιχειώδη αξιολόγηση ως προς το πληθυσμιακό καθεστώς τους ακόμη στη χώρα μας, ενώ τα κονδύλια για την «προστασία του περιβάλλοντος» έρρεαν άφθονα στο παρελθόν προς την εύστοχα χαρακτηρισμένη από τον Ωρίωνα, «βιομηχανία περιβαλλοντικών μελετών», δημιουργώντας έτσι εύλογα ερωτηματικά σχετικά με τη διαχείριση των «πράσινων πόρων» (έτσι τους λέμε τώρα), από τους αρμόδιους φορείς.

Με βάση τα παραπάνω οι συνθήκες θεωρούνται περισσότερο ώριμες από ποτέ για την έναρξη ουσιαστικής συνεργασίας των αρμόδιων Φορέων με την Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος στην οποία καταλήγουν τα πρωτογενή στοιχεία που συλλέγουν σε καθημερινή βάση οι Έλληνες κυνηγοί στη διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου. Με δεδομένο το γεγονός πως ο μεγάλος όγκος των πληροφοριών αυτών «διατίθεται» δωρεάν και χωρίς «πνευματικά δικαιώματα», σε αντίθεση με το  ότι συμβαίνει με τις περισσότερες περιβαλλοντικές ΜΚΟ που τροφοδοτούν με αποσπασματικά στοιχεία τους αρμόδιους φορείς, εκτιμάται πως δεν υπάρχουν πλέον δικαιολογίες για τη μη λήψη πρωτοβουλιών από το αρμόδιο Υπουργείο ΠΕΚΑ.

Ανεξάρτητα όμως από την ανταπόκριση των θεσμικών φορέων στα παραπάνω που αποτελούν συνταγματικά κατοχυρωμένες υποχρεώσεις κάθε Κυβέρνησης, οι κυνηγοί οφείλουμε να ενισχύσουμε το μέγιστο δυνατό τις προσπάθειες καταγραφής της θηραματικής κάρπωσης συμπληρώνοντας το ερωτηματολόγιο «Άρτεμις» που εκδίδει η Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος κάθε χρόνο και διανέμεται δωρεάν από τους κατά τόπο Κυνηγετικούς Συλλόγους, στο οποίο οφείλεται εν πολλοίς το γεγονός πως κυνηγάμε ακόμη στην Ελλάδα σε πείσμα πολλών…

 

Αλέξανδρος Γκάσιος, Επιστημονικός Συνεργάτης Στ ΚΟΜΑΘ

Φωτογραφία: http://commons.wikimedia.org/wiki/Anas_platyrhynchos